×

Δεν υπάρχουν προϊόντα στο καλάθι αγορών σας.

{{item.custom_attributes.author}}
Ποσότητα: {{item.quantity}}
{{item.total_price}} {{item.total_discounted_price}}
×
Υποσύνολο:
{{order.discounted_cost}}
Έκπτωση Προσφοράς:
{{order.promo_discount}}
Έκπτωση Κουπονιού:
{{order.extra_discount}}
Κόστος Αποστολής:
{{order.shipping_cost}}
Επιβάρυνση Πληρωμής:
{{order.payment_cost}}
ΣΥΝΟΛΟ:
{{order.final_cost}}
{{item.title}}
{{item.custom_attributes.author}}
{{item.price}} {{item.discounted_price}}
×
×
ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΟΙ ΔΙΕΥΘΥΝΣΕΙΣ ΜΟΥ ΟΙ ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΕΣ ΜΟΥ ΤΑ EBOOKS ΜΟΥ ΤΟ ΠΡΟΦΙΛ ΜΟΥ ΑΠΟΣΥΝΔΕΣΗ
Ο ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΑΣ
02/08/2019
Ο ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΑΣ
Μια αστυνομική ιστορία του συγγραφέα Γρηγόρη Αζαριάδη

Πρέπει να είσαι πολύ προσεκτικός. Να ακολουθείς το σχέδιό σου μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια. Αν κάτι πάει στραβά, έχεις την πολυτέλεια της αναβολής και τη δεύτερη ευκαιρία. Γιατί αυτό που μετράει πάντα είναι το τελικό αποτέλεσμα. Μακριά από αυτοσχεδιασμούς... Και πάση θυσία να αποφεύγεις οποιοδήποτε ίχνος συναισθηματικής εμπλοκής. Αποστασιοποίηση. Βγαίνεις έξω από τον εαυτό σου και παρακολουθείς αυτά που διαδραματίζονται με τη μέγιστη ψυχραιμία. Ίσως καλύτερα με απόλυτη ψυχρότητα.
          Φτάνω στην Κορωνησία, αργά το μεσημέρι. Από τη μελέτη μου, περιμένω να δω ένα μαγικό τοπίο. Και οι προσδοκίες μου επαληθεύονται. Είναι όντως ένα μαγικό τοπίο. Τα δαντελένια φιόρδ αιχμαλωτίζουν την όραση και σε παραπέμπουν σε εξωτικό τοπίο. Η θάλασσα, η απελπιστική υγρή ζέστη κι η ραστώνη του καλοκαιριάτικου απομεσήμερου κυριαρχούν βασανιστικά στην ατμόσφαιρα. Νιώθω το άσπρο λινό πουκάμισο να κολλάει πάνω μου, σαν τον μανδύα, εφιαλτικό δώρο της Δηιάνειρας στον ατυχή Ηρακλή. Σκουπίζω το πρόσωπο με την ανάστροφη της παλάμης. Παρκάρω το μαύρο Golf αρκετά μέτρα μακριά από τον οικισμό και ξεκινάω την εξερεύνηση του χώρου. Έχω όλα τα πράγματα καθαρά τοποθετημένα στο μυαλό μου. Η τεχνολογία συντελεί άλλωστε αποφασιστικά στο τελικό στάδιο της προετοιμασίας. Μια βόλτα όμως στο σκηνικό της παράστασης είναι πάντα απαραίτητη. Ο καλός ηθοποιός πρέπει να γνωρίζει τα πάντα. Πώς θα ανέβει στη σκηνή, τον ρόλο που πρέπει να παίξει και τον τρόπο που θα αποχωρήσει από τη σκηνή.
          Η εξερεύνηση διαρκεί μια ώρα. Αμέσως μετά, βρίσκομαι αραγμένος στο σκιερό, μικρό καφενείο, λίγα μέτρα από την παραλία. Διπλός βαρύς γλυκός στο γκαζάκι κι ένα μπουκάλι εμφιαλωμένο νερό. Ξεκουμπώνω τα δυο κουμπιά από το πουκάμισο. Στρίβω τσιγάρο. Σκουπίζω το ιδρωμένο μέτωπο για μια φορά ακόμη. Κατεβάζω μονορούφι το μισό μπουκάλι νερό. Πίνω τον καφέ με μικρές γουλιές. Άψογος. Ο αδύνατος νεαρός σερβιτόρος εξαντλεί κάθε όριο ευγένειας, προσεγγίζοντας τα όρια της αδιακρισίας. Θέλει να μάθει τον λόγο της επίσκεψής μου στη γραφική Κορωνησία. Διακοπές ή κάτι άλλο, αναρωτιέται. Αποφεύγω να πιάσω κουβέντα. Ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να σου ξεφύγει και τι μπορεί να θυμηθούν αργότερα οι άνθρωποι, που έχεις έρθει σε επαφή. Όσο λιγότερα λες, τόσο το καλύτερο.
          Οδηγώ τη συζήτηση σε ασφαλέστερα νερά. Ποια παραλία μπορεί να μου συστήσει για ψάρεμα. Και ποια ταβέρνα μπορεί να μου συστήσει για καλό φαγητό. Ο παντογνώστης νεαρός παρασύρεται σε μια πλήρη περιγραφή των παραλιών και μου δίνει πλήρη αναφορά για το μενού των δύο ταβερνών, που προτείνει. Η μια μάλιστα διαθέτει και δωμάτια με θέα στη θάλασσα για διαμονή. Αποφεύγω τεχνηέντως να απαντήσω στην κρίσιμη ερώτησή του, που αφορά τον χρόνο παραμονής μου στον παράδεισο της Κορωνησίας. Η ξαφνική εμφάνιση ενός ζεύγους μεσήλικων τουριστών λειτουργεί σαν από μηχανής θεός, καθώς τον αναγκάζει να σπεύσει προς το μέρος τους για να τους εξυπηρετήσει. Αφήνω τρία ευρώ στο τραπέζι κι εξαφανίζομαι πριν επανακάμψει δριμύτερος. Αρχίζω έναν δεύτερο κύκλο εξερεύνησης στον οικισμό.
          Επιστρέφω στο Golf. Μετακομίζω σε μια σκιερή γωνιά, μακριά από τον οικισμό. Δεν χρειάζεται να τονίζω την παρουσία μου. Δεν ξέρεις ποτέ πόσο περίεργα είναι τα μάτια των ανθρώπων όταν σουλατσάρεις αδέσποτος στο οπτικό τους πεδίο. Βγάζω το πουκάμισο. Ανοίγω το παράθυρο κι ένα υποτυπώδες αεράκι βοηθάει για μια, αναιμική έστω, καλοκαιρινή σιέστα.
          Όταν ανοίγω τα μάτια μου, το σούρουπο αρχίζει νωχελικά την επέλασή του. Ξεθάβω από το σακίδιό μου ένα κουτί γεμιστά μπισκότα κι ένα μπουκάλι νερό. Στρίβω τσιγάρο. Βγαίνω από το αυτοκίνητο και κάνω κάμποσο βήματα για να ξεμουδιάσω. Αδειάζω το μπουκάλι με το νερό. Μπαίνω ξανά στο αυτοκίνητο και κατευθύνομαι στο σημείο όπου είχα παρκάρει το πρωί. Ζώνομαι το σακίδιο κι αρχίζω να περπατάω προς τον οικισμό. Άλλη μια επιθεώρηση του χώρου κι η τελευταία καταγραφή του σκηνικού στο πίσω μέρος του εγκεφάλου. Όσο κι αν τα πράγματα δείχνουν απλά, καθαρά και τακτοποιημένα, τίποτε δεν είναι όπως φαίνεται. Η παραμικρή λεπτομέρεια μπορεί να στραβώσει και το καλύτερα σχεδιασμένο πλάνο. Ξανά και ξανά. Επανάληψη μήτηρ πάσης μαθήσεως. Ποτέ μη σκέφτεσαι αλαζονικά. Ποτέ μη θεωρήσεις ότι είσαι τόσο πιο έξυπνος από τους πάντες. Επιμονή κι υπομονή. Κι ακολούθησε το πλάνο όσο πιο πιστά μπορείς. Αυτή άλλωστε η συνταγή με έχει φέρει στο σημείο που βρίσκομαι. Πετυχημένος... Και περιζήτητος.
          Ανοίγω το σακίδιο. Άλλη μια φορά τσεκάρω προσεκτικά τα σύνεργα. Όλα σε πλήρη ετοιμότητα. Το μόνο που με χωρίζει από το φινάλε είναι ο χρόνος που θα κυλήσει. Υπολογίζω τρεις με τέσσερις ώρες, μέχρι να μείνουν μόνοι στη σκηνή οι δυο πρωταγωνιστές της παράστασης.
          Μια θάλασσα ήρεμη, ακίνητη, μισοφωτισμένη απ’ τις ακτίνες της ημισελήνου... Τουτέστιν μισή σελήνη. Δυο-τρεις παρέες τρωγοπίνουν στα τραπεζάκια της ταβέρνας. Πάνω στο κύμα, ή σχεδόν έτσι. Τέλος εποχής. Το καλοκαίρι αργοσέρνεται στο μονοπάτι που οδηγεί στην έξοδο κι όλα μου θυμίζουν το μελαγχολικό κομμάτι της δυτικής ακτής.
          Κάθομαι στο τελευταίο τραπέζι, εκεί στα σύνορα που αρχίζει το βασίλειο του μισοσκόταδου. Μπροστά μου, σχεδόν απείραχτη μια χωριάτικη σαλάτα και μια μερίδα κεφτέδες με πατάτες. Παίζω με μια μπίρα, πίνοντας μικρές γουλιές από το μπουκάλι. Καπνίζω στριφτά τσιγάρα. Νιώθω την επίθεση της νυχτερινής, υγρής ζέστης και το άσπρο λινό πουκάμισο κολλάει και πάλι στο κορμί μου. Σηκώνομαι για δεύτερη φορά και κατευθύνομαι στην τουαλέτα. Τα χρόνια περνάνε, σκέφτομαι, και κάτι πρέπει να κάνω με τον προστάτη μου. Γυρίζω στο τραπέζι, χύνω προσεκτικά το υπόλοιπο της μπίρας σε μια ογκώδη γλάστρα πίσω μου και παραγγέλνω μια καινούργια στον μεσήλικα, που παίζει τον διπλό ρόλο σερβιτόρο και ιδιοκτήτη. Τη φέρνει χαμογελαστός. Δεν ξέρω τον λόγο, αλλά μου φαίνεται ότι με συμπάθησε αρκετά.
          Ρίχνω μια ματιά στο ρολόι μου. Δείχνει 23.23’. Οι δυο-τρεις παρέες έχουν μαζέψει τα μπογαλάκια τους κι έχουν αποχωρήσει από την ταβέρνα, αφήνοντας μια περίεργη ερημιά να πλανιέται γύρω. Ο μεσήλικας σερβιτόρος και ιδιοκτήτης πλησιάζει στο τραπέζι μου.
          «Δεν σου άρεσαν οι κεφτέδες;»
          Σηκώνω το κεφάλι και του χαρίζω ένα από τα πιο συμπαθητικά χαμόγελα, που κουβαλάω στο ρεπερτόριο. Χαμόγελο κουρασμένου κι ελαφρώς βασανισμένου από τη μοίρα ανθρώπου. Ανθρώπου που το επάγγελμά του τον εξουθενώνει.
          «Μια χαρά ήταν. Απλά, μου βγήκε η κούραση ξαφνικά... Είναι κι η ζέστη...»
          Κάθεται απέναντι μου.
          «Να κάτσω λίγο μαζί σου;» ρωτάει.
          Αργά, φίλε μου. Αργά. Έχεις κάτσει ήδη και με ατενίζεις μ’ αυτή την κρυφή, καταραμένη συμπάθεια.
          «Και δεν κάθεσαι;»
          Αποθέτει μ’ έναν μαγικό τρόπο ένα μπουκάλι Johnnie Walker στο τραπέζι, σαν ταχυδακτυλουργός που το έκρυβε επιμελώς κάτω από τη μαύρη μπέρτα του. Και ω του θαύματος, ένα μικρό μπολ με στρογγυλά παγάκια.
          «Δεν είναι ό,τι καλύτερο με τη ζέστη...» απολογείται, με το ίδιο χαμόγελο κρεμασμένο στα χείλη.
          «Μια χαρά είναι» τον κόβω.
          Ρίχνει δυο δάχτυλα στα ποτήρια και πιάνει τα παγάκια.
          «Εγώ μόνο ένα» τον προλαβαίνω.
          Με κοιτάζει περίεργα, αλλά ακολουθεί την οδηγία μου χωρίς περαιτέρω σχόλια. Τιγκάρει το δικό του στον πάγο. Ανάβει τσιγάρο.
          «Στην υγειά μας...»
          Ακολουθεί τζούρα και μια θηριώδης γουλιά.
          «Στην υγειά μας...» ανταποδίδω καθυστερημένα.
          Δέκα λεπτά αργότερα, ξεκινάει ο δεύτερος γύρος. Έχω αδειάσει πολύ διακριτικά το περιεχόμενο του ποτηριού στην υπέροχη γλάστρα πίσω μου κι ο μεσήλικας σερβιτόρος, ιδιοκτήτης και ό,τι άλλο μπορείς να φανταστείς έχει αδειάσει το δικό του στο στομάχι του. Αρχίζει να μου διηγείται την ιστορία του. Δεν χρειάζεται να ξέρω τίποτε και συνήθως κάτι τέτοιες λεπτομέρειες μόνο καλό δεν μπορεί να κάνουν. Τον ακούω όμως. Μαθαίνω πώς έφτασε εδώ, σ' αυτή την άκρη του παραδείσου, πώς γνώρισε τη γυναίκα του...
          «Μήπως να φέρεις κάνα φρέσκο παγάκι;» προσπαθώ να τον αποπροσανατολίσω.
          Προσπάθεια επιτυχημένη. Σέρνεται με αργά βήματα μέχρι το μαγαζί. Επιστρέφει με ένα καινούργιο μπολ κι ένα δεύτερο με μπαγιάτικα αράπικα φιστίκια.
          «Δεν είναι ό,τι καλύτερο με τη ζέστη...»
          «Μια χαρά είναι» απαντάω.
          Ο σύντομος διάλογος μου δίνει την αίσθηση deja vu. Ο μεσήλικας απέναντι μου συνεχίζει τη διήγηση. Μιλάει αργά, χαλαρά, λες κι απευθύνεται σε χαμένο από χρόνια φίλο, που επέστρεψε ξαφνικά να τον δει και να θυμηθούν νοσταλγικά τα περασμένα. Τρίτος γύρος. Αρχίζω να φοβάμαι ότι η γλάστρα πίσω μου θα σηκωθεί να φέρει καμιά ζεϊμπεκιά μερακλωμένη. Η ομιλία του μεσήλικα χάνει σταδιακά σε ρυθμό και ειρμό. Επιβραδύνεται και γίνεται αποσπασματική. Από κάπου μακριά ακούω μια καμπάνα να χτυπάει. Μεσάνυχτα. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο ο ήχος της μου φαίνεται προφητικά εφιαλτικός για όσα αποτρόπαια μπορεί να ακολουθήσουν.
          «Ολα καλά;» με ρωτάει, τραυλίζοντας, ο άντρας απέναντι μου. Βρέχω τα χείλη μου με το ουίσκι και στρίβω ένα καινούργιο τσιγάρο.
          «Τέλεια...»
          Έχουμε φτάσει στον πέμπτο γύρο. Τα φαινόμενα αποσυντονισμού του μεσήλικα γίνονται συνεχώς εντονότερα. Τα χρονικά περιθώρια συνεχώς στενεύουν. Σκύβει προς το μέρος μου και χαμηλώνει τη φωνή. Προφυλάξεις που δεν δικαιολογούνται με κανέναν τρόπο, καθώς είμαστε μόνοι σε μια ερημική σκηνή, στην κάτω άκρη του πουθενά. Διαισθάνομαι ενστικτωδώς ότι θέλει να εξομολογηθεί κάτι πολύ σημαντικό. Και πάντα εμπιστεύομαι το ένστικτό μου σ’ αυτή τη γαμημένη τη δουλειά. Πες το να ξαλαφρώσεις, αγόρι μου, σκέφτομαι.
          «Κάποτε... Παλιά... Ήμαστε μια παρέα, τρεις φίλοι. Μπουκάραμε σ’ ένα σπίτι, λίγο έξω από την Άρτα. Πήραμε πολύ χρήμα. Μετρητό...»
          Κάνει μια παύση και ξαναγεμίζει τα ποτήρια. Έκτος γύρος.
          «Κρύψαμε το χρήμα σε μια καβάντζα. Είπαμε να χαθούμε για έξι μήνες, να κοπάσει ο θόρυβος από τη ληστεία και μετά να κάνουμε τη μοιρασιά κι ο καθένας να τραβήξει τον δρόμο του...»
          Για κάποιον λόγο μου ακούγεται χιλιοειπωμένο κλισέ από ταινία που έχω δει στο μακρινό παρελθόν.
          «Εσύ όμως δεν άντεξες να περιμένεις...»
          Χαμογελάει πικρά. Κουνάει πάνω-κάτω το κεφάλι.
          «Μια βδομάδα πριν κλείσουν οι έξι μήνες, πήγα και τα σήκωσα...»
          «Σε κυνήγησαν...»
          Δεν ακούγεται σαν ερώτηση, αλλά μάλλον σαν διαπίστωση.
          «Δεν το έχω πει σε κανένα...» χαμηλώνει κι άλλο τη φωνή.
          Και βρήκες εμένα να το πεις, άνθρωπέ μου. Κι αυτή τη στιγμή; Ώρες ώρες μου φαίνεται ότι αυτή η θεία δίκη, η Μοίρα, πες την όπως θες, έχει ένα γαμημένα περίεργο χιούμορ.
          «Έστειλαν κάποιον να με βρει. Έναν επαγγελματία...»
          «Και τι έγινε;»
          Στο βλέμμα του καθρεφτίζεται το απόλυτο σκοτάδι.
          «Τον καθάρισα. Έθαψα το πτώμα του, εκεί πέρα. Πίσω από το λοφάκι που βλέπεις»
          «Κάτω από το κυπαρίσσι;»
          «Ναι. Κάτω από το κυπαρίσσι...»
          Χιλιάδες μικροί συναγερμοί αρχίζουν να ηχούν εκκωφαντικά στον εγκέφαλό μου. Το ένστικτό μου με προειδοποιεί. Αυτή η περίπτωση είναι ιδιαίτερη. Είπαμε ότι πρέπει να είσαι προετοιμασμένος για οποιαδήποτε παρέκκλιση από το αρχικό πλάνο. Η μισή Σελήνη κρύβεται πίσω από ένα μικρό σύννεφο που ξεπρόβαλε από το πουθενά. Ένα ξαφνικό αεράκι διαλύει το πέπλο της υγρής ζέστης και φέρνει μια μικρή ανατριχίλα στη σπονδυλική στήλη. Τα φύλλα των δέντρων θροΐζουν κι αναπαράγουν έναν εφιαλτικό ήχο, σαν κραυγή μελλοθάνατου.
          Η απότομη κίνησή του, καθώς σηκώνεται, στέλνει μήνυμα SOS. Βάζει το χέρι στην τσέπη και τραβάει ένα... Μου φαίνεται σαν Glock 17. Είμαι πιο γρήγορος. To Sig Sauer Ρ226 με τον σιγαστήρα φωλιάζει ήδη στο δεξί μου χέρι. Για δέκατα του δευτερολέπτου, τραβάω πρώτος τη σκανδάλη. Μια, δυο, τρεις φορές. Πρέπει να είσαι σίγουρος. Πάντα.
          Ρίχνω τις τελευταίες φτυαριές. Εκεί, στον μικρό λόφο, κάτω από το κυπαρίσσι. Βάζω το μουσκεμένο πουκάμισο στο σακίδιο, μαζί με τα σύνεργα. Βαδίζω με γρήγορα βήματα μέχρι το αυτοκίνητο. Μπαίνω μέσα. Στρίβω τσιγάρο. Το ανάβω. Δυο-τρεις γενναίες τζούρες. Αδειάζω το μπουκάλι με το εμφιαλωμένο νερό. Πιάνω το κινητό. Στέλνω μήνυμα. «Ο ξάδελφος χαίρει άκρας υγείας». Βάζω μπρος και ξεκινάω. Το μαύρο Golf εξαφανίζεται σιωπηλό, μέσα στο απόλυτο σκοτάδι, που απλώνει το πέπλο του στην εξωτική Κορωνησία. Κοιτάζω στον καθρέφτη. Πίσω μου, μια ολόκληρη στρατιά από μικρούς μαύρους δαίμονες, παραδομένους σ’ έναν εφιαλτικό χορό, παλεύει απελπισμένα να με πιάσει και να ρουφήξει μέχρι την τελευταία ρανίδα το αίμα μου. Και κάθε φορά, γαμώτο, πλησιάζει και όλο πιο κοντά.
 

Το διήγημα του Γρηγόρη Αζαριάδη δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ταχυδρόμος» με την εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, στις 20 Ιουλίου 2019.
Το αστυνομικό μυθιστόρημά του Σκοτεινός λαθύρινθος κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ.