×

Δεν υπάρχουν προϊόντα στο καλάθι αγορών σας.

{{item.custom_attributes.author}}
Ποσότητα: {{item.quantity}}
{{item.total_price}} {{item.total_discounted_price}}
×
Υποσύνολο:
{{order.discounted_cost}}
Έκπτωση Προσφοράς:
{{order.promo_discount}}
Έκπτωση Κουπονιού:
{{order.extra_discount}}
Κόστος Αποστολής:
{{order.shipping_cost}}
Επιβάρυνση Πληρωμής:
{{order.payment_cost}}
ΣΥΝΟΛΟ:
{{order.final_cost}}
{{ product.title }}
{{ product.custom_attributes.author }}
{{ product.price }} {{ product.discounted_price }}
×
×
ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΟΙ ΔΙΕΥΘΥΝΣΕΙΣ ΜΟΥ ΟΙ ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΕΣ ΜΟΥ ΤΑ EBOOKS ΜΟΥ ΤΟ ΠΡΟΦΙΛ ΜΟΥ ΑΠΟΣΥΝΔΕΣΗ
Ο ΒΑΣΙΛΗΣ ΑΛΕΞΑΚΗΣ ΜΕ ΤΙΣ ΔΙΚΕΣ ΤΟΥ ΛΕΞΕΙΣ
27/01/2021
Ο ΒΑΣΙΛΗΣ ΑΛΕΞΑΚΗΣ ΜΕ ΤΙΣ ΔΙΚΕΣ ΤΟΥ ΛΕΞΕΙΣ
Η Ελένη Μπούρα, υπεύθυνη της ελληνικής πεζογραφίας στις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ και επιμελήτρια των βιβλίων του, αποχαιρετά τον σπουδαίο συγγραφέα.

«Τα κακά μαντάτα μπορούν πλέον να σε βρουν οπουδήποτε, ενώ κάνεις ηλιοθεραπεία σε μια παραλία ή ενώ διασχίζεις την Ακαδημίας ντάλα μεσημέρι…» γράφει ο Βασίλης Αλεξάκης στο βιβλίο του «Θα σε ξεχνάω κάθε μέρα».

Στις μέρες μας, σε βρίσκουν σε μια γωνιά του καναπέ, εκεί που μετράς τις δυνάμεις σου απέναντι στην πανδημία. Σοκαρισμένη από το κακό μαντάτο του θανάτου του, κατεβάζω τα βιβλία του απ’ τη βιβλιοθήκη. Δεν μπορώ να κάνω και τίποτ’ άλλο, ήδη με κατακλύζουν οι ενοχές γιατί δεν τον συνάντησα τους τελευταίους δύο μήνες. Ανάθεμα στην καραντίνα!

Αρχίζω να ξεφυλλίζω τα βιβλία για να βρω παρηγοριά στις δικές του λέξεις. Στο «Πριν» διαβάζω: «Για μεγάλα διαστήματα δεν έβγαινα σχεδόν καθόλου απ’ το δωμάτιό μου. Αναρωτιέμαι σήμερα αν ήταν αναγκαίος αυτός ο εγκλεισμός, αν ευνοούσε πραγματικά τη δουλειά μου. Εκείνη την εποχή δεν με προβλημάτιζε καθόλου ο τρόπος που δούλευα…».

Πλάκα μου κάνει, σκέφτομαι. Έτσι ήταν όμως ο Βασίλης, έκανε πλάκα. Τόσο στην προσωπική του ζωή όσο και στα βιβλία του. Το χιούμορ του, χωρίς όμως διάθεση παρωδίας, διέτρεχε τις αφηγήσεις του. Τον θυμάμαι τον καιρό που πάλευε το τελευταίο του βιβλίο να έρχεται και να μου λέει: «Δεν θέλω να σε σοκάρω, αλλά ο τίτλος θα είναι “Η Παναγία και ο Ταρζάν”!».

Για να πω την αλήθεια, τα βιβλία του Βασίλη δεν ζητούσαν από μένα και ιδιαίτερη επιμέλεια. Ήξερε εκείνος να καρφώνει μια χαρά τη μια λέξη δίπλα στην άλλη. Οι συζητήσεις μας βέβαια για το βιβλίο, μακρόσυρτες και απολαυστικές.

Συνεχίζω το ξεφύλλισμα των βιβλίων του, αποδεικνύεται τελικά εξαιρετική παρηγοριά. Στη «Μητρική γλώσσα» πέφτω πάνω στην εξής παράγραφο: «Περπάτησα πολλή ώρα στο Κολωνάκι. Η μεγαλοαστική τάξη που ήταν παλιά συγκεντρωμένη σ’ αυτή τη γειτονιά έδωσε στους δρόμους της ονόματα επιπέδου. Η οδός Σόλωνος διασταυρώνεται διαδοχικά με την Ομήρου, τη Δημοκρίτου, την Πινδάρου και την Ηρακλείτου. Και μια άλλη συνοικία, το Παγκράτι, φαίνεται να έχει αδυναμία στους αρχαίους, αλλά χτίστηκε μετά το Κολωνάκι και περιορίστηκε αναγκαστικά στους λιγότερο διάσημους, τον Ελλάνικο, τον Πύρρωνα…».

Τα βιβλία του δεν είναι αμιγώς αυτοβιογραφικά, ο ίδιος μάλιστα έλεγε «η δουλειά μου είναι προϊόν φαντασίας». Και τα έμπλεκε τόσο ωραία –φαντασία κι αυτοβιογραφία, κοινωνική ματιά, αυτοσαρκασμό, χωρίς ευφυολογήματα και ναρκισσισμό– γράφοντας σχεδόν πάντα σε πρώτο πρόσωπο.

Οι λέξεις ήταν το παν για κείνον. Με τις λέξεις έπαιζε, αναμετριόταν μαζί τους. Ακόμα και στους τίτλους των βιβλίων του, «Η τελευταία λέξη», «Ξένες λέξεις», γίνεται φανερή αυτή του η εμμονή, αυτή του η αγάπη. «Δεν πρέπει να έχει κανείς πολλές απαιτήσεις από τις λέξεις. Εγώ ήδη πολλά τους ζήτησα και πολλά χατίρια μου έκαναν. Φτάνει…» γράφει στο «Τάλγκο». Ενώ στο «Κλαρινέτο»: «Μετέφραζα λοιπόν το κείμενό μου. Οι ελληνικές λέξεις έκαναν το παρισινό τοπίο να μοιάζει πιο οικείο, έφερναν τον κήπο του Λουξεμβούργου κοντά στον Εθνικό Κήπο της Αθήνας. Αυτομεταφραζόμενος έσβηνα ένα σύνορο…».

Ο Βασίλης ζούσε ανάμεσα στο Παρίσι και στην Αθήνα, ανάμεσα στα γαλλικά και στα ελληνικά. Το αποτύπωσε άλλωστε στο ομώνυμο κατά κάποιον τρόπο βιβλίο, το «Παρίσι – Αθήνα», όπου γράφει: «Τα ελληνικά μου είχαν μαραθεί, είχαν σκουριάσει. Ήξερα τη γλώσσα κι όμως δυσκολευόμουν να τη μεταχειριστώ, ήταν σαν να έχω στη διάθεσή μου μια μηχανή χωρίς τις οδηγίες χρήσεως… Αναγκάστηκα δηλαδή, κατά κάποιον τρόπο, να ξαναμάθω τη μητρική μου γλώσσα: χρειάστηκε κόπος, χρειάστηκαν χρόνια, αλλά τελικά νομίζω ότι τα κατάφερα».

Δεν μπορώ να σκεφτώ καλύτερο αποχαιρετισμό για κείνον παρά την τελευταία φράση στο βιβλίο του «Τα κορίτσια του Σίτυ Μπουμ-Μπουμ»: «Θα ήθελα να βρίσκομαι στη γέφυρα ενός μεγάλου βαποριού, ένα όμορφο καλοκαιριάτικο πρωινό, και να παίζω πινγκ πονγκ με την κόρη του καπετάνιου».

Εκεί θα τον σκέφτομαι, χαμογελαστό…

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ την Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2021, λίγες μέρες μετά τον θάνατό του.

Σχετικά βιβλία

Διαθέσιμο
EBOOK
10%
ΒΙΒΛΙΟ
17,70€
15,93€
Το κλαρινέτο
Βασίλης Αλεξάκης
Ο συγγραφέας ταξιδεύει από το Παρίσι –όπου αντιμετωπίζει τη μοιραία ασθένεια του φίλου και εκδότη του– στην Ελλάδα της κρίσης – όπου γνωρίζεται με ανθρώπους τσακισμένους από την οικονομική ανέχεια. Ανάμεσα στη ζεστασιά των ημερών και τη θλίψη ...
Διαθέσιμο
EBOOK
10%
ΒΙΒΛΙΟ
13,30€
11,97€
Θα σε ξεχνάω κάθε μέρα
Βασίλης Αλεξάκης
Το Θα σε ξεχνάω κάθε μέρα κυκλοφόρησε το 2005. Είχε προηγηθεί η γαλλική έκδοση, η οποία ήταν υποψήφια για το βραβείο Γκονκούρ. Το μυθιστόρημά μου που είχε τη μεγαλύτερη απήχηση το οφείλω κατά κάποιον τρόπο σ’ εσένα. Είναι ένα ταξίδι διαμέσου ...
Διαθέσιμο
EBOOK
10%
ΒΙΒΛΙΟ
13,30€
11,97€
Πριν
Βασίλης Αλεξάκης
Βραβείο: Albert Camus 1993 Γιατί τιτλοφόρησα αυτό το κείµενο Πριν; Κανονικά θα έπρεπε να το ονοµάσω Μετά. Αλλά συµβαίνουν λίγα πράγµατα εδώ. Πού και πού ακούγεται το µετρό που περνάει: είναι η κυριότερη ψυχαγωγία µας. Το ακούµε πολύ αµυδρά. Σ...
Διαθέσιμο
EBOOK
10%
ΒΙΒΛΙΟ
17,70€
15,93€
Η μητρική γλώσσα
Βασίλης Αλεξάκης
Βραβείο Medicis 1995 Τότε πήγα στο σαλόνι και άνοιξα τον τουριστικό οδηγό. Διάβασα ότι στην είσοδο του ναού του Απόλλωνα που στέγαζε την Πυθία ήταν χαραγµένα γνωµικά των επτά σοφών, το «γνώθι σαυτόν», «το µηδέν άγαν», κι ότι ανάµεσά τους υπήρ...