GR

Καλάθι

Τα νέα μας

Ανακοινώσεις

30 ΧΡΟΝΙΑ ΡΕΜΠΟΥΣ
Ανακοινώθηκε ο μεγάλος τυχερός που θα ταξιδέψει στο Εδιμβούργο.

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟ BAZAAR ΒΙΒΛΙΟΥ ΣΤΟΝ ΠΟΛΥΧΩΡΟ ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ
Σας περιμένουμε με προσφορές από μια μεγάλη γκάμα βιβλίων μας για μικρούς και μεγάλους σε τιμές έκπληξη! Βιβλία από 1 ευρώ

ΔΕΙΠΝΟ ΜΕ ΤΗ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΜΑΙΡΗ ΚΟΝΤΖΟΓΛΟΥ
Γνωρίστε από κοντά τη συγγραφέα και τις «Μαγεμένες» της σε ένα αποκλειστικό δείπνο μαζί της. Δείτε τα ονόματα των τυχερών.

JO NESBO & ΧΑΡΙ ΧΟΛΕ: Ο ΣΥΝΔΥΑΣΜΟΣ ΠΟΥ ΚΕΡΔΙΖΕΙ
Δέκα ολοκαίνουργιες κασετίνες με περιπέτειες του Χάρι Χόλε χαρίζουν δώρα

31Η ΕΚΘΕΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ ΣΤΟ ΠΑΣΑΛΙΜΑΝΙ
Από τις 9 έως τις 28 Ιουνίου 2017 σας περιμένουμε στο περίπτερό μας (αρ. 32) με πολλές προτάσεις για καλοκαιρινές αναγνώσεις.

30 ΧΡΟΝΙΑ ΡΕΜΠΟΥΣ – ΜΕΓΑΛΟΣ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ
Εάν αγαπάτε τον συγγραφέα Ian Rankin και τον ήρωά του Τζον Ρέμπους, λάβετε μέρος στον διαγωνισμό μας και κερδίστε ένα ταξίδι στο Εδιμβούργο.

ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΤΗΣ ΤΡΙΚΥΜΙΑΣ
Ο καλύτερος φόρος τιμής στον Σαίξπηρ από τη σπουδαία Margaret Atwood

ΗΡΘΕ Η ΝΕΑ ΤΑΙΝΙΑ ΤΗΣ DISNEY/PIXAR “ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΑ 3”
Να ο καλύτερος τρόπος να ξεκινήσεις τις καλοκαιρινές σου διακοπές!

ΟΚΤΩΒΡΗΣ
Μια διαφορετική ματιά στην ιστορία της Οκτωβριανής Επανάστασης από τον πολυβραβευμένο συγγραφέα της λογοτεχνίας του φανταστικού China Miéville

ΤΑ ΤΕΡΑΤΑ ΤΩΝ ΩΚΕΑΝΩΝ
Η νέα αποστολή των Πρακτόρων του Πλανήτη και μια μυστική αποστολή για το καλοκαίρι.

FEDERICO AXAT
Ο αργεντίνος Στίβεν Κινγκ. Ένας υπνωτιστικός συγγραφέας που θα αγαπήσετε, αλλά, τον νου σας, δεν πρέπει να τον εμπιστευτείτε.

ΟΙ ΜΑΓΕΜΕΝΕΣ
Το νέο καθηλωτικό ιστορικό μυθιστόρημα της Μαίρης Κόντζογλου. Γνωρίστε από κοντά τη συγγραφέα στις εκδηλώσεις για το βιβλίο σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας.

ΝΕΑ «ΦΥΛΛΑΡΑΚΙΑ» ΑΠΟ ΤΟ ELNIPLEX
Με φόρα και όρεξη για νέες καλοκαιρινές αποστολές έφτασαν στο Μεταίχμιο τα νέα «Φυλλαράκια».

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ
Μια νέα σειρά με ιστορίες και θρύλους από τη νεοελληνική παράδοση, γραμμένες από τη βραβευμένη συγγραφέα Αγγελική Δαρλάση.

ΜΕΓΑΛΟΣ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ: ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΟΣΛΟ
Το 2017 είναι η χρονιά του Jo Nesbo και το γιορτάζουμε με ένα ταξίδι στο Όσλο, την πόλη του Χάρι Χόλε.

Δείτε όλα μας τα νέα

Ημερολόγιο εκδηλώσεων


Ιούνιος 2017
ΔΤΤΠΠΣΚ
1234
567891011
12131415161718
19202122232425
2627282930


Ήσυχες μέρες στο Κλισί

Ήσυχες μέρες στο Κλισί



μετάφραση - επίμετρο: Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

ISBN: 978-960-375-806-8
Σελίδες: 152
Ημερομηνία έκδοσης: 01/01/2005
Μη διαθέσιμο



Αρχική τιμή:   9,13 €
8,22 €

 
Bookmark and Share

Λίγα λόγια για το βιβλίο


[…] Απίθωσε τα χρήματα στο κομοδίνο, δίχως να τα μετρήσει και, σκύβοντας πάνω μου, με φίλησε στο κούτελο. «Σπαθί είσαι» είπε. Έμεινε έτσι, σκυμμένη πάνω μου, κοιτώντας με κατάματα με βουβή, καταπνιγμένη ευγνωμοσύνη, και μετά με φίλησε στο στόμα, δίχως πάθος μα με απίστευτη ηδύτητα, αργά, αβίαστα, σάμπως για να μου κοινωνήσει την τρυφεράδα της που δεν κατάφερνε με λέξεις να μεταδώσει και που ήτανε τόσο ντελικάτη ώστε δεν ήθελε να την εκφράσει προσφέροντάς μου το κορμί της […].

Στην αυτοβιογραφική αυτή αφήγηση, που αποτελεί ίσως την καλύτερη εισαγωγή στο magnum opus του Χένρι Μίλερ, τον Τροπικό του Καρκίνου, θίγονται όλα τα θέματα που απασχόλησαν τη ζωή και τη σκέψη του μεγάλου αμερικανού συγγραφέα. Έτσι στις σελίδες του διαβάζουμε για τη φιλία μεταξύ δύο ανδρών και τις ατέρμονες συζητήσεις τους, που όσο ξαλαφρώνουν την ψυχή άλλο τόσο τροφοδοτούν το πνεύμα· την άσκοπη περιπλάνηση στο πανέμορφο Παρίσι, κατά την ένδοξη δεκαετία του ’30, στην καλύτερη στιγμή του, όταν τα πιο συναρπαστικά πνεύματα του δυτικού κόσμου βρίσκονταν εκεί· την αγάπη και την ερωτική πράξη, δοσμένες με τον μοναδικό τρόπο που ο Χένρι Μίλερ σχεδόν εκ του μηδενός δημιούργησε και εξαίσια χρησιμοποίησε· την τεμπελιά και την ποίηση της καθημερινής ζωής· τις γυναίκες: τις φίλες και τις άγνωστες, τις παλαβές και τις απελπισμένες, τις πόρνες και τις σερβιτόρες, τις επικίνδυνες και τις αγαπημένες· την πράξη της συγγραφής και τη γόνιμη συγγραφική απραξία· την ελευθερία και την πιο αδιαπραγμάτευτη χρήση της – το μέγιστον μάθημα.

Επισκεφθείτε το site του συγγραφέα.

Απόσπασμα από το βιβλίο


Bραδιάζει καθώς γράφω, κι οι άνθρωποι πάνε για δείπνο. Γκρίζα, μουντή η μέρα, σαν κι αυτές που συχνά βλέπεις στο Παρίσι. Σαν τριγύριζα στο τετράγωνο για να πάρουν τον αέρα τους οι σκέψεις μου, δεν μπόρεσα να μην σκεφτώ την τρομερή αντίθεση ανάμεσα στις δύο πόλεις (τη Nέα Υόρκη και το Παρίσι). Ίδια ώρα, μια ίδιου είδους μέρα, κι ωστόσο ακόμα και η λέξη «γκρίζα», που μου ’φερε το συνειρμό, λίγα έχει κοινά μ’ αυτό το γκρίζο που, σ’ ενός Γάλλου τα αυτιά, είναι ικανό ν’ ανακαλέσει ένα σύμπαν σκέψεων και αισθημάτων. Καιρό πριν, σαν βάδιζα στου Παρισιού τους δρόμους, και άπλωνα στοχαστικά το βλέμμα στις υδατογραφίες που μου ένευαν απ’ τις προθήκες, ένιωθα έντονα την αλλόκοτη, μοναδική απουσία αυτού που ξέρουμε ως γκρι του Έντγκαρντ Πέιν. Το αναφέρω επειδή το Παρίσι είναι η κατεξοχήν πόλη του γκρίζου. Το αναφέρω επειδή, στην επικράτεια της υδατογραφίας, οι αμερικανοί ζωγράφοι χρησιμοποιούν το ετοιματζίδικο γκρίζο υπερβολικά και με καντάρια ιδεοληψίας. Στη Γαλλία, του γκρίζου οι αποχρώσεις είναι, θαρρείς, αναρίθμητες· εδώ, η ίδια η αίσθηση του γκρίζου έχει χαθεί.
Αναθυμόμουν τούτο το απέραντο σύμπαν του γκρίζου που είχα γνωρίσει στο Παρίσι επειδή, τούτη την ώρα, εκεί θα σουλατσάριζα στα βουλεβάρτα κατά το συνήθειό μου, ενώ εδώ αδημονώ να γυρίσω σπίτι και να στρωθώ στο γράψιμο: να μια απόλυτη αντιστροφή των κανονικών συνηθειών μου. Εκεί, η μέρα μου θα είχε πια τελειώσει και θα ’χα την παρόρμηση να βγω έξω κι ένα να γίνω με το πλήθος. Εδώ, το πλήθος, αδειανό από κάθε χρώμα, στερημένο από την όποια απόχρωση, δίχως διάκριση καμιά, με ωθεί πίσω στον εαυτό μου, με οδηγεί πίσω στο δωμάτιό μου, με κάνει στην κάμαρά μου με τη φαντασία μου να γυρέψω εκείνα τα στοιχεία μιας ζωής που τώρα έχω χάσει, εκείνα τα στοιχεία που, όταν σμίξουν και αναμειχθούν και με κατακλύσουν, μπορούν και πάλι να μου δώσουν εκείνα τ’ απαλά φυσικά γκρίζα που τόσο αναγκαία είναι για τη δημιουργία μιας πλήρους και χορτασμένης και αρμονικής υπάρξεως. Σαν κοίταζα κατά τη Sacré Cœur, απ’ οποιοδήποτε σημείο της οδού Λαφίτ, μια μέρα σαν κι αυτή, μια ώρα σαν τώρα, μπορούσα πάραυτα να γίνω της έκστασης δεσμώτης. Αυτό συνέβαινε ακόμα κι αν ήμουν άφραγκος, ακόμα κι αν πεινούσα, ακόμα κι αν δεν είχα μέρος να ξαποστάσω. Εδώ, έστω και με χίλια δολάρια στην τσέπη, δεν ξέρω θέα που να μπορεί σ’ έκσταση να με οδηγήσει.
Μια γκρίζα μέρα στο Παρίσι, συχνά άλλο δεν έκανα παρά να περπατήσω προς την Πλατεία Κλισί, στα μέρη της Μονμάρτρης. Απ’ το Κλισί στο Oμπερβιλιέ, βλέπεις μια μακριά παράταξη από καφενεία και φαγάδικα, από θέατρα και κινηματογράφους, από ψιλικά-νεωτερισμούς, από ξενοδοχεία, από μπορντέλα. Είναι το Μπρόντγουεϊ του Παρισιού που αντιστοιχεί σ’ εκείνη τη μικρή έκταση ανάμεσα στην 42η και την 53η Oδό. Το Μπρόντγουεϊ είναι πολύβουο, πολύκοσμο, ιλιγγιώδες κι εκκωφαντικό, δεν έχεις μέρος να σταθείς εκεί. Απεναντίας, η Μονμάρτρη είναι νωθρή, τεμπέλικη, και ράθυμη, και ρυπαρή κομμάτι, θα ’λεγες ατημέλητη, διόλου μεγαλόπρεπη μα τόσο θελκτική, τόσο σαγηνευτική, καίτοι δεν λάμπει μα λαμπυρίζει, θαρρείς με μια φλόγα που υποβόσκει. Το Μπρόντγουεϊ μοιάζει συναρπαστικό, ακόμα και μαγικό πολλές φορές, μα δεν υπάρχει φλόγα εκεί, δεν έχει θάλπος ― είναι μια επίδειξη φωταγωγημένου αμίαντου, είναι του διαφημιστή ο παράδεισος. Η Μονμάρτρη είναι φθαρμένη, ξεφτισμένη, παραμελημένη, ωμά διεφθαρμένη, άπληστη, άξεστη, χυδαία, ξεπουλημένη. Είναι πιότερο απωστική παρά ελκυστική, η έκλυση ηθών ενσαρκωμένη. Έχει μικρά ποτάδικα, κατάμεστα αποκλειστικά με πόρνες, μαστροπούς και τζογαδόρους, που δεν πα’ να περάσεις αποκεί χίλιες φορές, πάντα θα σε ξεζουμίζουνε και θύμα τους θα σε κάνουν. Στα πλαϊνά σοκάκια υπάρχουν ξενοδοχεία, που τόσο δυσοίωνη είναι η ασχήμια τους ώστε ανατριχιάζεις στη σκέψη ότι μπορεί να μπεις εκεί, κι ωστόσο είναι αναπόδραστο ότι κάποτε θα περάσεις τη νύχτα σου σ’ ένα απ’ αυτά, ίσως και μια βδομάδα, ίσως και μήνα ολάκερο. Μπορεί μάλιστα τόσο να γίνεις ένα με το μέρος ώστε να διαπιστώσεις κάποια στιγμή ότι ολάκερη η ζωή σου έχει μεταμορφωθεί και ότι αυτό που κάποτε θεωρούσες σιχαμερό και ρυπαρό κι ελεεινό έχει τώρα γίνει σαγηνευτικό και τρυφερό και όμορφο. Τούτη η δόλια και δολερή έλξη της Μονμάρτρης οφείλεται, θαρρώ, στην απροκάλυπτη διακίνηση του σεξ. Το σεξ δεν είναι εδώ ειδυλλιακό, ιδίως σαν γίνεται εμπόρευμα, αλλά απλώνει πράγματι ένα άρωμα, μιαν ευωδιά διαχέει, πικάντικη και νοσταλγική, που είναι πολύ πιο μεγαλόπρεπη και σαγηνευτική από το τόσο λαμπρά φωταγωγημένο κι απαστράπτον Γκέι Γουάιτ Γουέι. Μάλιστα είναι καμπόσο φανερό ότι η αισθησιακή ζωή του σεξ καλύτερα θάλλει σ’ ένα αμυδρό, μουντό, χαμηλωμένο φως: σαν στο σπίτι της είναι στο κιαροσκούρο κι όχι στου νέον τη λάμψη την επίπεδη.
Σε μια γωνιά της Πλατείας Κλισί θα δεις το Καφενείο Βεπλέρ που για μια περίοδο μεγάλη ήταν το αγαπημένο στέκι μου. Έχω καθίσει εκεί, στο εσωτερικό του και στο αίθριο, κάθε ώρα της μέρας και της νύχτας, με κάθε λογής καιρό. Το ήξερα σαν την παλάμη μου. Τα πρόσωπα των σερβιτόρων, των ιδιοκτητών, κάθε ταμία και κάθε πόρνης, κάθε θαμώνα, ακόμα και κάθε καθαρίστριας στις τουαλέτες, είναι στη μνήμη μου χαραγμένα, θαρρείς και αποτελούνε την εικονογράφηση ενός βιβλίου που καθημερινά διαβάζω. Θυμάμαι την πρώτη μέρα που μπήκα στο Καφενείο Βεπλέρ, στα 1928, μαζί με τη γυναίκα μου· θυμάμαι το σοκ που έπαθα σαν είδα μια πόρνη να σωριάζεται τύφλα στο μεθύσι σ’ ένα από τα τραπεζάκια στο αίθριο και να μην τρέχει κανένας να τη βοηθήσει. Σάστισα και τρόμαξα από τη στωική απάθεια των Γάλλων· κι ακόμη σαστίζω και τρομάζω, παρά τις τόσες τους καλές πτυχές που έκτοτε μπόρεσα να γνωρίσω. «Δεν είναι τίποτα, μονάχα μια πουτάνα... μεθυσμένη». Ακόμη ακούω τα λόγια εκείνα. Ακόμη και σήμερα μου φέρνουν ανατριχίλα. Αλλά είναι κατεξοχήν γαλλική αυτή η στάση, κι αν δεν μάθεις να την αποδέχεσαι δεν θα ’ναι διόλου ευχάριστη η διαμονή σου εκεί.
Σαν ήταν γκρίζα η μέρα και μουντή, όταν παντού, εκτός απ’ τα μεγάλα καφενεία, σε διαπερνούσε το κρύο, αδημονούσα ευφρόσυνα να περάσω μια δυο ώρες στο Καφενείο Βεπλέρ προτού πάω να δειπνήσω. Η ρόδινη ανταύγεια που απλωνόταν σ’ όλο το μέρος, απόρρεε, θαρρείς, από τις πόρνες που συνάζονταν συνήθως στην είσοδο σιμά. Καθώς βαθμιαία διασκορπίζονταν ανάμεσα στους πελάτες, το μέρος γινόταν όχι μονάχα θαλπερό και ρόδινο, μα και ευώδες. Θρόιζαν και φτερούγιζαν μες στο αμυδρό το φως σαν αρωματισμένες λαμπυρίδες. Εκείνες που δεν ήσαν τυχερές να βρουν έναν πελάτη λικνίζονταν αργά κι έβγαιναν πάλι στο δρόμο, μα δεν αργούσαν συνήθως πάλι να επιστρέψουν και στην παλιά τους θέση να ξανακαθίσουν. Άλλες, εντωμεταξύ, με κορδωμένη περπατησιά έμπαιναν στο καφενείο, δείχνοντας ξεκούραστες κι ολόδροσες κι έτοιμες για τη δουλειά της νύχτας. Στη γωνιά όπου συνάζονταν συνήθως διεξαγόταν κάτι σαν συνδιαλλαγή, ήταν, θαρρείς, η αγορά του σεξ, με τα πάνω της και τα κάτω της, όπως σε κάθε άλλη αγορά. Μια μέρα βροχερή ήταν συνήθως μια μέρα επικερδής, έτσι είχα καταλάβει. Μονάχα δύο πράγματα μπορείς να κάνεις μια μέρα βροχερή, λέει ο κόσμος, κι οι πόρνες ποτέ δεν έχαναν το χρόνο τους παίζοντας με την τράπουλα.
Ήταν αργά το απόγευμα μιας μέρας βροχερής, σαν εντόπισα μια νεοφερμένη στο Καφενείο Βεπλέρ. Είχα βγει για ψώνια, και τα χέρια μου ήσαν κατάφορτα με βιβλία και πλάκες γραμμοφώνου. Θα πρέπει να είχα λάβει κάποιο απρόσμενο έμβασμα απ’ την Αμερική τη μέρα εκείνη γιατί, μ’ όλες τις αγορές που είχα κάνει, μου απόμεναν κάτι εκατοντάδες φράγκα στην τσέπη. Κάθισα σιμά στο μέρος της συναλλαγής, περιβαλλόμενος από μιαν αγέλη πόρνες που πεινούσαν και αδημονούσαν, αλλά φρόντισα εύκολα να τις αποφύγω μιας και το βλέμμα μου ήτανε στυλωμένο στο συγκλονιστικό κάλλος αυτής που καθόταν παράμερα στην άλλη άκρη του καφενείου. Είπα μέσα μου πως ήταν μια ελκυστική νέα γυναίκα που είχε ραντεβού με τον αγαπημένο της και είχε φτάσει πιο νωρίς. Είχε παραγγείλει ένα απεριτίφ που το ’χε αφήσει σχεδόν ανέγγιχτο. Όταν περνούσε κάποιος άντρας από μπροστά της, τον κοίταζε με μια ματιά πλήρη, σταθερή, που τίποτα δεν υπονοούσε ― οι Γαλλίδες δεν αποστρέφουνε το βλέμμα όπως κάνουν οι Αγγλίδες και οι Αμερικανίδες. Κοιτούσε ολόγυρα με ύφος γαλήνιο, επιδοκιμαστικό, αλλά δίχως να δίνει την εντύπωση ότι θέλει να τραβήξει την όποια προσοχή. Ήταν διακριτική και αξιοπρεπής, όλο αυτοκυριαρχία και αυτάρκεια. Περίμενε. Περίμενα κι εγώ. Είχα την περιέργεια να δω ποιον περίμενε. Ύστερα από μισή ώρα, κι ενώ ως τότε κατάφερα μερικές φορές το βλέμμα της να αποσπάσω, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι δεν περίμενε κανέναν συγκεκριμένο, μονάχα ίσως αυτόν που θα την πλησίαζε με τον πιο κατάλληλο τρόπο. Συνήθως, δεν έχεις παρά να στείλεις το μήνυμα μ’ ένα απαλό κούνημα του κεφαλιού ή μ’ ένα νεύμα, και τότε η κοπέλα αφήνει το τραπέζι της κι έρχεται στο δικό σου ― αν είναι τέτοιας λογής κοπέλα. Δεν ήμουν σίγουρος ακόμη. Μου φαινόταν ότι παραήταν καλή για μένα, πολύ καλοβαλμένη, πολύ ―ε, τι να πω;― μοσχαναθρεμμένη.

Γράψτε το σχόλιό σαςΈγραψε ο Τύπος
Πέτρος Τατσόπουλος ΤΑ ΝΕΑ, "Βιβλιοδρόμιο", 22-23/1/2005
Από κανάρα σε κανάρα θα πετάω...

[...] Τι εφόδια πρέπει να έχεις για να "γίνεις" Χένρι Μίλερ; Το ερώτημα δεν είναι τόσο γελοίο όσο ακούγεται, ούτε η απάντηση τόσο απλοϊκή και αυτονόητη. Θα τη βρείτε στο Ήσυχες μέρες στο Κλισί, καθώς και στο διαφωτιστικό-υμνητικό επίμετρο του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη, που μετέφερε επιδέξια στα ελληνικά την ποιητικίζουσα πρόζα του Μίλερ [...]

no14me.blogspot.gr, 7/6/2013
Γιώργος Χ. Παπασωτηρίου ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ ΒΡΑΔΥΝΗ, 5/2/2005
«Φυγάς θεόθεν και αλήτης»
Αλέξης Ζήρας ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, "Βιβλιοθήκη", 4/3/2005
Όταν η ζωή ισορροπεί με το όνειρο
Τάσος Γουδέλης ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ,
Η ποίηση της καθημερινότητας
Κωστής Παπαγιώργης ΑΘΗΝΟΡΑΜΑ, 14/4/2005
ΕΣΤΙΑ, 25/6/2005
Σταύρος Σταυρόπουλος METRO, 15/7/2005

Σχετικά βιβλία


Ο Κολοσσός του Μαρουσιού Χένρι Μίλερ
Ο Κολοσσός του Μαρουσιού
Αρχική τιμή:   15,50 €
13,95 €