GR

Καλάθι

Τα νέα μας

Ανακοινώσεις

Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ ΩΣ ΑΦΟΡΜΗ ΓΙΑ ΑΝΑΓΝΩΣΗ
Ενημερωθείτε και αξιοποιήστε στην τάξη βιβλία που βοηθούν στην κατανόηση και γνώση των δικαιωμάτων των παιδιών και δίνουν την ευκαιρία για προβληματισμό και συζήτηση με τους μαθητές σας.

ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΧΩΡΙΣ ΟΝΟΜΑ
Το κλασικό βιβλίο της Πηνελόπης Δέλτα διασκευάζεται για το θέατρο και ανεβαίνει στη σκηνή του θεάτρου Σταθμός.

Ο STUART NEVILLE ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ
Ο βασιλιάς του ιρλανδικού νουάρ για μία μοναδική εμφάνιση στην Αθήνα. Γνωρίστε τον από κοντά στις 27 Νοεμβρίου, στο Public Συντάγματος.

SUSIE STEINER
Η βρετανίδα βιρτουόζα της αστυνομικής γραφής.

ΤΕΧΝΗ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
Η πρώτη ομαδική street art έκθεση στην Ελλάδα

ΤΑΞΙΔΕΨΤΕ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ
Μεγάλος διαγωνισμός με έπαθλο ένα διήμερο στο Μέτσοβο με αφορμή το νέο μυθιστόρημα της Τατιάνας Αβέρωφ «Έγκλημα στον Παράδεισο».

ΟΙ ΜΥΣΤΙΚΟΙ ΚΟΣΜΟΙ ΤΟΥ ΕΥΓΕΝΙΟΥ ΤΡΙΒΙΖΑ
Οι παραμυθένιοι κόσμοι του πολυαγαπημένου μας παραμυθά, αφού μάγεψαν τη Θεσσαλονίκη, κατεβαίνουν στην Αθήνα.

ΚΡΑΤΙΚΑ ΒΡΑΒΕΙΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ: ΟΙ ΒΡΑΧΕΙΕΣ ΛΙΣΤΕΣ
Ο Τάκης Θεοδωρόπουλος και η Λένα Κιτσοπούλου υποψήφιοι για Βραβείο.

Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ ΤΗΣ ΑΛΚΗΣ
Ένας κινηματογραφικός περίπατος στην πολυτάραχη ζωή και στο πλούσιο έργο της συγγραφέα Άλκης Ζέη.

ΤΙ ΥΠΕΡΟΧΟ ΠΛΑΣΜΑ ΘΑ ΓΙΝΕΙΣ
Ένα ξεχωριστό βιβλίο που οι γονείς δεν θα βαρεθούν ποτέ να διαβάζουν στα παιδιά τους, όσα χρόνια κι αν περάσουν.

ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ ΣΤΟΝ ΣΕΒΑΣΜΟ
Το παιδαγωγικό μανιφέστο του πολωνού Janusz Korczak συμπυκνώνει το έργο μιας σπουδαίας προσωπικότητας που θυσίασε τη ζωή της για τις ιδέες της.

ΒΙΒΛΙΑ ΜΕ QR CODE
Τώρα το διάβασμα παίρνει άλλες διαστάσεις!

ΟΚΤΩΒΡΗΣ
Μια διαφορετική ματιά στην ιστορία της Οκτωβριανής Επανάστασης από τον πολυβραβευμένο συγγραφέα της λογοτεχνίας του φανταστικού China Miéville

Εκδηλώσεις

ΜΑΤΙΑΣ Ο ΠΡΩΤΟΣ
Το έργο του σπουδαίου πολωνού παιδαγωγού Janusz Korczak που διασκεύασε για το θέατρο η Άλκη Ζέη ανεβαίνει στη σκηνή του Άλφα.Ιδέα. Κέρδισε προσκλήσεις για την πρεμιέρα.

Δείτε όλα μας τα νέα

Ημερολόγιο εκδηλώσεων


Νοέμβριος 2017
ΔΤΤΠΠΣΚ
12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
27282930


Η αναγνώριση του Μάξιμου Ροδομάνου

Η αναγνώριση του Μάξιμου Ροδομάνου





ISBN: 978-960-375-736-8
Σελίδες: 312
Ημερομηνία έκδοσης: 01/10/2004
Διαθέσιμο



Αρχική τιμή:   14,20 €
12,78 €

 
Bookmark and Share

Λίγα λόγια για το βιβλίο


Ποιος υπήρξε ο Μάξιμος Ροδομάνος; Ένας προικισμένος δημοσιογράφος, ένας φιλόδοξος εκδότης περιοδικού, ένας αδίστακτος σταρ της τηλεόρασης, ένας άντρας που ξέχασε και έχασε την αλήθεια για τον εαυτό του, προσπαθώντας να κερδίσει με κάθε τρόπο την αναγνώριση, ή μήπως ένας αθεράπευτος έφηβος που φοβόταν τους ανθρώπους και την αγάπη τους; Σε ποιον απ' όλους ανήκει ο σκελετός που βρέθηκε, χρόνια μετά την εξαφάνισή του, σε μια σπηλιά, κάπου στην Πίνδο;

Η ζωή του Μάξιμου Ροδομάνου γνώρισε αλλεπάλληλες διακυμάνσεις, από το ζενίθ στο ναδίρ, από την άνοδο στην πτώση. Η ιστορία του είναι μια ιστορία τραγική, αλλά και τρυφερή, είναι η πορεία ενός άντρα μέσα στη δίνη της τελευταίας εικοσαετίας, είναι το χρονικό της αναζήτησης του ανθρώπινου ονείρου, όποιο κι αν είναι αυτό.

Απόσπασμα από το βιβλίο


Η ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ

Με λένε Μαξ καιείμαι ρεπόρτερ. Μου αρέσουν τα ταξίδια και πότε πότε να κλαίω. Γράφωγια αληθινές ιστορίες που εξακολουθούν να αρέσουν σε όσους διαβάζουνακόμη και δεν θέλουν να αγοράζουν έτοιμα πακέτα ενημέρωσης, ακόμα καιτων τριάντα δευτερολέπτων, από τα διάφορα μιντιακά δίκτυα.
Επέστρεψα στην Αθήνα έπειτα από απουσία χρόνων για να ερευνήσω τηνεξαφάνιση δύο εραστών που συνέβη στις αρχές του αιώνα. Έχω συγκεντρώσειμια σειρά στοιχεία που θα με βοηθήσουν στην έρευνά μου, και φυσικά όλατα δημοσιεύματα της εποχής.

Εκείνος ήταν ο πιογνωστός και κατά τεκμήριο ο μεγαλύτερος δημοσιογράφος της εποχής του.Εκείνη η σύζυγος υπουργού της κυβέρνησης. Οι ιδιότητές τουςσυγκέντρωναν όλες τις προϋποθέσεις για την εκκόλαψη ενός σκανδάλουπρώτου μεγέθους, πράγμα βεβαίως που δεν θα άφηναν ανεκμετάλλευτο ταμίντια της εποχής. Όπως και έκαναν. Από τη στιγμή που οι δυο τουςεξαφανίστηκαν μυστηριωδώς, στη διάρκεια ενός κοσμικού πάρτι, κανείς δεντους ξαναείδε ούτε ξανάκουσε γι’ αυτούς. Ωστόσο ειπώθηκαν και γράφτηκανπολλά. Ιδιαίτερα στις λεγόμενες κίτρινες εφημερίδες, σαν και αυτή πουκρατώ αυτή τη στιγμή στα χέρια μου. Ξεθωριασμένη και κυριολεκτικάκίτρινη από το πέρασμα του χρόνου, είναι μια από εκείνες τιςσκανδαλοθηρικές που εξακολουθούν να βγαίνουν αφειδώς και σήμερα.
Στην εσωτερική σελίδα, στην οποία με παραπέμπει ο πηχυαίος τίτλος τουπρωτοσέλιδου, διαβάζω για πολλοστή φορά το ρεπορτάζ. Ο πιο διάσημοςτηλεοπτικός αστέρας της εποχής εξαφανίζεται με τη γυναίκα του υπουργούτων Oικονομικών. Αυτός εγκαταλείπει την καριέρα του στο απόγειό της καιεκείνη παρατάει παιδί, πλούτη και εξουσία, σκανδαλίζοντας την κοινωνικήτης τάξη. Ιδιαίτερα μάλιστα με τον τρόπο που επιλέγει να το κάνει.
Το ρεπορτάζ της εφημερίδας στην αρχή αναφέρεται σε στοιχεία από τοπαρελθόν τους. Στη συνέχεια περιέχει γαργαλιστικές λεπτομέρειες από τηνπαράνομη σχέση του ζεύγους. Δημοσιεύει ασφαλείς πληροφορίες για τοντόπο απόδρασης και προς απόδειξη έχει μια φωτογραφία, η οποία τουςδείχνει, αν και δεν διακρίνονται καλά, αγκαλιασμένους μέσα στη θάλασσαενός τροπικού νησιού. Τέλος, κλείνει με το ερώτημα: «Αφού και οι δύο ταείχαν όλα, τι ήταν εκείνο που τους έκανε να εξαφανιστούν από προσώπουγης; Μήπως πίσω από όλη αυτή την ερωτική ιστορία κρύβεται κάτι άλλο;Kάποιο τεράστιο οικονομικό σκάνδαλο, ίσως;».
Ωστόσο καμίααστυνομική, δημοσιογραφική ή ιδιωτική έρευνα δεν έριξε το παραμικρό φωςστη μυστηριώδη εξαφάνιση των δύο εραστών. Και φυσικά δεν οδήγησε στηνανακάλυψή τους. Τι είχαν απογίνει; Γιατί εξαφανίστηκαν από προσώπουγης; Είχαν αποσυρθεί πραγματικά σε κάποιο εξωτικό μέρος, μακριά από ταμάτια των ανθρώπων, προκειμένου να ζήσουν τον έρωτά τους; Πού ήταν αυτότο μέρος; Γιατί έκτοτε δεν επικοινώνησαν με κανέναν; Έζησαν πράγματιέναν μεγάλο έρωτα;
Ό,τι και αν συνέβη, όπου και αν πήγαν, το βέβαιοείναι ότι οι δύο εραστές φρόντισαν να κρύψουν καλά τα ίχνη τους. Μέχριπου η λήθη του χρόνου τούς σκέπασε οριστικά και ποτέ ξανά κανείς δενρώτησε γι’ αυτούς. Έτσι συντηρήθηκε για δεκαετίες ανάμεσα στουςανθρώπους ο ρομαντικός μύθος που ενδεχομένως ήταν και η απτήπραγματικότητα. Δηλαδή να έχουν γεράσει και να έχουν πεθάνει μαζί,ερωτευμένοι και μόνοι, μακριά από την πεζή καθημερινότητα και τηνεφήμερη λάμψη. Συντροφιά με τα κύματα και τον έρωτα σε κάποιο απόμερομέρος του πλανήτη. Ένας μύθος, εξάλλου, που, ως γνωστόν, ενέπνευσε καιμια ρομαντική κινηματογραφική ταινία πριν από μερικά χρόνια.
Είχαδιαβάσει σχεδόν τα πάντα γι’ αυτούς και ήταν σαν να τους γνώριζα απόπαλιά. Με τις συνήθειές τους, τα ενδιαφέροντά τους, τις ιδιοτροπίεςτους. Έτσι, αφού είχα αποκτήσει μια σαφή εικόνα για τους χαρακτήρεςτους, αποφάσισα να ξεκινήσω την έρευνά μου από το σημείο όπου τουςείχαν δει για τελευταία φορά.
Ήταν σε ένα βενζινάδικο, κάπου στηνεθνική οδό, όπου, σύμφωνα με τα στοιχεία της αστυνομίας, το ίδιο βράδυπου το είχαν σκάσει από το πάρτι, σταμάτησαν και γέμισαν το ρεζερβουάρμε βενζίνη. Το ένα στοιχείο ήταν αυτό. Ωστόσο υπήρχε και ένα δεύτερο,που, αν και έδειχνε να μην έχει καμία σχέση με το πρώτο, ενστικτωδώςθεώρησα ότι συνδεόταν υπογείως μαζί του. Ήταν μια παλιά polaroid,λιγάκι φλου, που έδειχνε αγκαλιασμένο ένα ζευγάρι να χαμογελά ανέμελαστο φακό. Στο φόντο διακρινόταν ένας ξενώνας να ξεπροβάλλει ανάμεσα σταέλατα κάποιας όχθης και τα ορμητικά νερά ενός ποταμού να κυλάνε.Επρόκειτο για τους ίδιους ανθρώπους με τη διαφορά ότι στη συγκεκριμένηφωτογραφία και οι δύο ήταν κατά πολύ νεότεροι απ’ ό,τι ήταν τη στιγμήτης εξαφάνισής τους. Στο πίσω μέρος της φωτογραφίας ήταν γραμμένο με τοχέρι το όνομα του ξενώνα και μια ημερομηνία. Ξανάβαλα την ξεθωριασμένηφωτογραφία στην τσέπη του παντελονιού μου. Τα δύο στοιχεία, δηλαδή τοβενζινάδικο και η φωτογραφία, που είχα ξεχωρίσει έπειτα από ενδελεχήέρευνα ανάμεσα σε εκατοντάδες άλλα, απείχαν μεταξύ τους είκοσι χρόνιακαι εκατό χιλιόμετρα. Είχα υπογραμμίσει με κίτρινο χρώμα πάνω σ’ έναχάρτη τον παλιό δρόμο που ένωνε τα δύο αυτά σημεία. Στο διάστημα τωντελευταίων ημερών τον είχα διανύσει με το αυτοκίνητο αρκετές φορές,σταματώντας σε διάφορα σημεία και παρατηρώντας το χώρο.
Όπως αυτόπου στεκόμασταν τώρα, μέσα στην αποπνικτική ζέστη του καλοκαιριού,παρέα με τον Άλεξ: στην κορυφή μιας χαράδρας με πολύ απότομα κατακόρυφατοιχώματα από φαιούς ασβεστόλιθους. Στο βάθος της χαράδρας, όσομπορούσαμε να διακρίνουμε μέσα από την πυκνή βλάστηση, κυλούσε έναποτάμι. Το εντοπίσαμε από το φως του ήλιου που αντανακλάτο σε ελάχιστασημεία της κοίτης του, εκεί όπου η βλάστηση δεν κάλυπτε την επιφάνειατου νερού.

Κατεβήκαμε με σκοινιά, πότεκατακόρυφα πάνω στην επιφάνεια της ορθοπλαγιάς και πότε κάνοντας ράπελ,μέσα από σκιερά και υγρά ρέματα που αυλάκωναν τα ασβεστολιθικάπετρώματα.
Στη βάση του φαραγγιού το νερό, καθαρό και παγωμένο,έγλειφε τα πετρώματα, σ’ ένα αέναο παιχνίδι διάβρωσης και αποσάθρωσης,αποκαλύπτοντας κατά τόπους υποθαλάσσιες λάβες και τόφφους. Ήταν ταυπολείμματα του πανάρχαιου ωκεανού της Τηθύος, που προϋπήρξεεκατομμύρια χρόνια, στην περιοχή όπου τώρα υψωνόταν η οροσειρά τηςΠίνδου.
Περπατούσαμε πάνω σε μια ουλή του γήινου φλοιού από τηνοποία κάποτε γεννήθηκε ένας ωκεανός, όταν η φωνή του Άλεξ τράβηξε τηνπροσοχή μου. Στεκόταν δίπλα σε έναν παραλληλεπίπεδο βράχο καλυμμένοεξολοκλήρου από βρύα και λειχήνες. Αναρριχητικά φυτά ξεκινούσαν από τοβράχο, σκαρφάλωναν ψηλά και τύλιγαν με τα ελικοειδή κλαδιά τους ταδιπλανά έλατα.
― Αυτό δεν ταιριάζει καθόλου με το περιβάλλον, είπε καθώς πλησίαζα, ενώ χτυπούσε με το σφυρί του την επιφάνειά του.
Αντί για τον ξερό ήχο της πέτρας, ακούσαμε έναν υπόκωφο μεταλλικό ήχοπου έκανε την καρδιά μου να φτερουγίσει. Την επόμενη στιγμή πέσαμε καιοι δύο με τα χέρια να ξεκολλάμε τα βρύα και να ξεριζώνουμε τααναρριχητικά φυτά. Σε πολύ λίγο ένα κομμάτι σκουριασμένης λαμαρίναςφάνηκε κάτω από τα μούσκλα. Συνεχίσαμε με γοργότερο ρυθμό νααπομακρύνουμε με τα χέρια μας το φυτικό κάλυμμα της λαμαρίνας καιέπειτα από ώρα αποκαλύφθηκε στα έκπληκτα μάτια μας το σκουριασμένοκουφάρι ενός παλιού αυτοκινήτου. Πριν προλάβω να αναρωτηθώ τιαυτοκίνητο ήταν, ο Άλεξ είχε προλάβει ήδη να αναγνωρίσει τη μάρκα τουκαι απάντησε φωναχτά στην ερώτηση που ποτέ δεν του είχα κάνει:
― Ζ4. Bγήκε στις αρχές του αιώνα αντικαθιστώντας το Ζ3.
Και συνέχισε:
― Aυτό έψαχνες;
Αυτοί είναι! σκέφτηκα και αισθάνθηκα να κλονίζομαι από την ανακάλυψη.Όμως δεν το έδειξα. Σκούπισα με το μανίκι μου την υγρασία που είχεκαθίσει σαν πράσινος λεκές πάνω στο τζάμι και κοίταξα με φανερή αγωνίαστο εσωτερικό. Αυτό που αντίκρισα μ’ έκανε ν’ ανατριχιάσω και νααποστρέψω προς στιγμήν το βλέμμα μου: στη θέση του συνοδηγού βρισκότανένας ανθρώπινος σκελετός. Ήταν ελαφρά γερμένος μπροστά, με το κεφάλι ναακουμπάει στην κονσόλα και έμοιαζε να προσευχόταν.
Παρατηρούσα με δέος το μακάβριο εύρημα, όταν ακούστηκε η φωνή του Άλεξ:
― Ο οδηγός πού είναι;
Η ερώτησή του ήχησε παράξενη όσο και λογική. Ο σκελετός έδειχνε να μηνείχε μετακινηθεί καθόλου από τη θέση του, άρα υπήρχε και οδηγός, αλλάπού ήταν;
Ψάξαμε πρώτα κοντά στο αυτοκίνητο και μετά ολόγυρα σεακτίνα λίγων μέτρων. Παραμερίζαμε τη βλάστηση, ανασηκώναμε κλαδιά,ακόμα και πέτρες, αλλά πέρασε σχεδόν μία ώρα χωρίς να βρούμε τίποτα.
Συμπεράναμε ότι, εφόσον είχε πεταχτεί έξω από το αυτοκίνητο, θα τονείχαν κατασπαράξει τα άγρια ζώα του δάσους και πιθανόν να είχανμεταφέρει μακριά ό,τι είχε απομείνει από αυτόν.
Αποφάσισα ναδιαθέσω όσο χρόνο χρειαζόταν για να το μάθω. Χωριστήκαμε και αρχίσαμενα ψάχνουμε σε διαφορετικές κατευθύνσεις, αφήνοντας εκτός πεδίου τηναπότομη πλαγιά και έχοντας διαρκώς ανοιχτή την ενδοεπικοινωνία μας.
Πέρασαν δύο ώρες άκαρπων ερευνών και επιστρέψαμε στο σημείο όπουκειτόταν το κουφάρι του αυτοκινήτου. Έβαλα το μυαλό μου να σκεφτεί.Αφού το αυτοκίνητο έπεσε αποπάνω ―έκανα το συλλογισμό―, αν ο οδηγόςεπέζησε, λογικό είναι να αναζήτησε βοήθεια στο δρόμο. Άρα θα άρχισε ναανεβαίνει. Τότε…
― Άλεξ, είπα, ας ψάξουμε και προς τα πάνω.
― Μα πώς είναι δυνατόν να ανέβηκε τραυματισμένος εκεί; αναρωτήθηκε κοιτώντας την απότομη πλαγιά.
― Δεν χάνουμε τίποτα, είπα και ξεκίνησα να σκαρφαλώνω ανάμεσα στακατακόρυφα βράχια, επιλέγοντας την πιο εύκολη διαδρομή, αυτήν πουυπέθεσα ότι θα ακολουθούσε κι εκείνος αν ήταν ζωντανός. Αναρριχήθηκαμέσα από ένα μικρό ρέμα που κατέβαινε μ’ ένα μονότονο βουητό τηνπλαγιά. Ο Άλεξ ανέβαινε σε μικρή απόσταση, ακολουθώντας μια ίδια μ’εμένα παράλληλη διαδρομή.
Σε λίγα λεπτά βρέθηκα σε ένα φυσικόκοίλωμα που είχε σκάψει το νερό καθώς έπεφτε από ύψος μερικών μέτρωνπάνω στον ασβεστολιθικό βράχο. Έμοιαζε με μεγάλη χύτρα λαξευμένηανάμεσα στις οριζόντιες στρώσεις του πετρώματος. Ακριβώς πίσω από αυτήτη φυσική χύτρα έχασκε το άνοιγμα μιας μικρής σπηλιάς, όσο το μπόι ενόςμικρού παιδιού. Προχώρησα λίγα μέτρα και στάθηκα στην είσοδό της.
Ήταν σκοτεινά και δεν μπορούσα να διακρίνω τίποτα. Άναψα το φακό μουκαι έριξα τη φωτεινή δέσμη στο άνοιγμα. Η σπηλιά φαινόταν να είναιμικρή και τυφλή. Γονάτισα και εξερεύνησα το χώρο σχεδόν ψηλαφίζοντας.Μύριζε υγρασία και κλεισούρα. Το έδαφος ήταν λασπώδες από τα νερά πουέσταζαν από την οροφή. Ξαφνικά το φως ανακλάστηκε σε κάτι άσπρο. Πήραένα ξύλο και ανασκάλεψα το σημείο εκείνο. Σε πολύ μικρή απόσταση,μπροστά μου, προεξείχε, ανάμεσα στην πηχτή λάσπη, ένα κόκαλο πουέμοιαζε ανθρώπινο. Μια κραυγή φόβου μού ξέφυγε και τραβήχτηκα απότομαπίσω, έτσι που χτύπησα το κεφάλι μου στο υγρό ταβάνι της σπηλιάς. Τηνκραυγή φόβου ακολούθησε μια κραυγή πόνου. Στερέωσα καλά το φακό μου στοκράνος και με το σφυρί μου άρχισα να καθαρίζω το χώμα. Σε λίγοαποκαλύφθηκε ολόκληρο το μηριαίο οστό ενός σκελετού. Σκάλισα κι άλλο τοχώμα και διαπίστωσα ότι κάτω από το λασπώδες έδαφος, σε πολύ μικρόβάθος, βρισκόταν θαμμένος ο σκελετός ενός ανθρώπου. Ένας κόμπος ανέβηκεκαι μου έφραξε το λαιμό.
Βγήκα από τη σπηλιά, πήρα μερικές βαθιές ανάσες και κατόπιν φώναξα τον Άλεξ, που έσπευσε αμέσως κοντά μου.
Έπειτα από λίγη ώρα είχαμε καθαρίσει προσεκτικά σαν αρχαιολόγοι όλο τοχώμα και τη λάσπη γύρω από το μακάβριο εύρημα. Στρέψαμε τους φακούς μαςκαι αντικρίσαμε το σκελετό ενός άντρα να κείτεται, σε εμβρυακή στάση,εκεί μπροστά μας. Έμοιαζε σαν να είχε γεννηθεί μόλις εκείνη τη στιγμήμέσα από τη λασπωμένη μήτρα της μητέρας γης.

Καταλήξαμε σε τρία συμπεράσματα και ήταν σαν να ταξινομούσαμε ένα σπάνιο απολίθωμα που μόλις είχαμε ανακαλύψει:
Πρώτον, ότι οι σκελετοί βρίσκονταν εκεί όχι περισσότερο από εξήνταχρόνια και αυτό προέκυπτε από τη χρονιά κυκλοφορίας του μοντέλου τουαυτοκινήτου.
Δεύτερον, ότι ο «τάφος» του αυτοκινήτου δεν είχεσυληθεί από κανέναν όλο αυτό το διάστημα. Απόδειξη η βλάστηση που τοείχε τυλίξει ατόφια, και αυτό σήμαινε ότι οι επιβάτες του καταγράφηκανοριστικά ως αγνοούμενοι.
Τρίτον, ότι επρόκειτο για έναν άντρα και μια γυναίκα, όπως προέκυπτε από την παρατήρηση των σκελετών.
― Υπάρχει και κάτι ακόμα, έκανε ο Άλεξ.
― Τι; έσπευσα να ρωτήσω.
― Αυτός ο άνθρωπος πρέπει να μην πέθανε αμέσως…
― Ε, αφού σύρθηκε μέχρι εδώ, τον αποπήρα.
― Όχι, εννοώ αφότου έφτασε στη σπηλιά…
― Δηλαδή;
― Πρέπει να έζησε αρκετές ώρες, ίσως να αργοπέθαινε από ακατάσχετη αιμορραγία…
― Πώς το ξέρεις;
― Πρόσεξες πώς τον βρήκαμε: κουλουριασμένο, σε εμβρυακή στάση. Κάποιοςπου πεθαίνει αμέσως δεν παίρνει αυτή τη στάση. Αυτός προσπάθησε ναεπιβιώσει, γι’ αυτό πήρε τη μόνη θέση που ανακάλεσε το ένστικτό του, τηστάση που είχε και στο φιλόξενο περιβάλλον της μήτρας πριν γεννηθεί.Ήταν σαν να αναζητούσε ενστικτωδώς ένα έσχατο καταφύγιο για να κρατηθείαπεγνωσμένα στη ζωή. Ποιος ξέρει για πόσες ώρες τα κατάφερε… είπε μεενθουσιασμό.
Κοίταξα τον Άλεξ, μην θέλοντας να πιστέψω κατά βάθοςόσα μού έλεγε. Από μέσα μου ευχόμουν εκείνος να είχε πεθάνει αμέσως,αλλά ήξερα ότι ο Άλεξ είχε δίκιο. Στη σκέψη του αργού και βασανιστικούθανάτου, ένα δάκρυ κύλησε στο πρόσωπό μου.
Ο Άλεξ προσπάθησε να απαλύνει τη θλίψη μου.
― Ακόμα και αν δεν αναγνωρίζαμε το συνοδηγό από το σχήμα της πυέλου,είπε, η πιθανότητα να ήταν γυναίκα είναι πολύ μεγαλύτερη, αφούστατιστικά στις αρχές του 21ου αιώνα οι άντρες οδηγοί ήταν πολύπερισσότεροι από τις γυναίκες.
― Που αποδεικνύει την ανισότητα πουεπικρατούσε ακόμα και την εποχή που ξεκινούσαν τα διαστημικά ταξίδια,δεν απέφυγα το σχόλιο.
― Όχι, όχι. Αντιθέτως, θα έλεγα είναι έναακόμα αποδεικτικό στοιχείο ότι ορισμένες δεξιότητες είναι φυλοσύνδετες.Απόδειξη ότι ακόμα και σήμερα τα διαστημόπλοια τα κυβερνούν άντρες,διαφορετικά θα κινδύνευαν να τρακάρουν με κανένα μετεωρίτη, σχολίασεειρωνικά. Είναι και αυτό στοιχείο ανισότητας;
Επιστρέψαμε στοκουφάρι του αυτοκινήτου και άρχισα να ερευνώ προσεκτικότερα γιααποδεικτικά στοιχεία. Κάτω από ένα σκουριασμένο σίδερο που είχελυγίσει, πρόσεξα κάτι να προεξέχει. Το τράβηξα και είδα ότι επρόκειτογια ένα μικρό δερμάτινο τσαντάκι. Ήταν φθαρμένο σε πολλά σημεία καιέσταζε υγρασία. Το άνοιξα με αγωνία και προσοχή. Έψαξα να βρω κάποιαταυτότητα ανάμεσα σε διάφορα χαρτιά, που διαλύθηκαν μόλις τα ακούμπησα.Βρήκα μια παμπάλαιη δισκέτα για κομπιούτερ, από εκείνες πουχρησιμοποιούσαν παλιά για να αποθηκεύουν ψηφιακά αρχεία, και μια άδειαοδήγησης της εποχής. Τα γράμματα πάνω στο χαρτί είχαν σβηστεί από τηνυγρασία και η μικρή φωτογραφία είχε ξεθωριάσει τόσο πολύ, που θύμιζεσκίτσο. Από τα συγκεκριμένα ευρήματα δεν μπορούσα να αποδείξω τηνταυτότητα των νεκρών, αν και βαθιά μέσα μου πίστευα ότι ήταν εκείνοι.Δεν έμενε παρά να κάνω μια επιτόπια εξέταση στο φορητό αναλυτή DNA πουείχα πάρει μαζί μου προκειμένου να μην μου μείνει πλέον καμία αμφιβολία.
Τοποθέτησα στη μία υποδοχή της συσκευής δείγμα που είχα πάρει από ταοστά του σκελετού της σπηλιάς. Μετά έκοψα από το γράμμα που πάντακουβαλούσα μαζί μου, σαν κειμήλιο, ένα κομματάκι χαρτιού ποτισμένου μ’ένα δάκρυ που κάποτε είχε κυλήσει πάνω στις λέξεις και το έβαλα στηδεύτερη υποδοχή. Η ανάλυση έδειξε ότι το DNA και των δύο δειγμάτωνταυτιζόταν. Ο σκελετός ανήκε στο ίδιο πρόσωπο μ’ εκείνο που κάποτε είχεδακρύσει πάνω από το γράμμα.
Η αναγνώριση έγινε. Επρόκειτο για τονΜάξιμο Ροδομάνο, δημοσιογράφο, και την Αθηνά Γεωργαντά, αρχιτέκτονα, οιοποίοι είχαν εξαφανιστεί από τις αρχές του αιώνα και, παρά τιςεκτεταμένες έρευνες που είχαν γίνει, δεν είχαν βρεθεί μέχρι τώρα.
Ένα δάκρυ κύλησε στο πρόσωπό μου σαν κι αυτό που είχε κυλήσει, πριν απόπολλά χρόνια, από τα μάτια του Μάξιμου και είχε μουσκέψει το γράμμα τηςαγαπημένης του Αθηνάς.
― Ποιοι είναι; με ρώτησε ο Άλεξ.
Δενήθελα να του πω. Επέμενε, αλλά δεν ενέδωσα. Πίστευα ότι δεν τοναφορούσε το θέμα και έκλεισα απότομα τη συζήτηση εκεί. Με αφορμή αυτόξεκίνησε ένας καβγάς που συμπεριέλαβε ακόμα και τις γαστρονομικές μαςπροτιμήσεις. Σηκώθηκε και έφυγε θυμωμένος, βρίζοντας τη μυστικοπάθειάμου.
― Μην ξαναζητήσεις τη βοήθειά μου! ούρλιαξε καθώς σκαρφάλωνεστη χαράδρα, και ο αντίλαλος της φωνής του έφτασε επαναλαμβανόμενος καιοδυνηρός στα αυτιά μου.

Γράψτε το σχόλιό σαςΈγραψε ο Τύπος
Γιώργος Χ. Παπασωτηρίου ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ ΒΡΑΔΥΝΗ, 4/12/2004
Όταν ο έρωτας διαλύει το Εγώ

Η πλοκή θα ακολουθήσει τους δρόμους των αστυνομικών μυθιστορημάτων, ή καλύτερα των νουάρ. Οι κοινωνικές και ψυχολογικές αναφορές πάμπολλες, αλλά ισορροπημένες. [...]
Ένα πραγματικά ενδιαφέρον βιβλίο.