1
Στις 6 Ιουλίου 1937 ο Δημοκρατικός Στρατός άνοιξε πυρά στην πόλη Μπρουνέτ, στην προσπάθειά του να άρει την πολιορκία της Μαδρίτης. Oι διάφορες Διεθνείς Ταξιαρχίες που συμμετείχαν με πάθος στη μάχη υπέστησαν σοβαρές απώλειες: περισσότερα από εκατό γερμανικά αεροπλάνα πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους στον εχθρό. Καθώς οι μάχες συνεχίστηκαν στα μέσα του Ιουλίου, ακόμα και οι τραυματίες αποτελούσαν στόχο: οι φασίστες πιλότοι στόχευαν ασθενοφόρα αγνοώντας τους τεράστιους ερυθρούς σταυρούς που έφεραν πάνω τους.
Εκείνος είχε καταφέρει να γλιτώσει πολλές φορές από τους βομβαρδισμούς.
Το πρωί της 18ης έφτασε στο μέτωπο οδηγώντας ένα ξεχαρβαλωμένο ασθενοφόρο ― που δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένα χαλασμένο, πρόχειρα επιδιορθωμένο φορτηγό. ΚαθΆ οδόν άκουσε ένα από τα Μέσερσμιτ να ουρλιάζει πάνω από το κεφάλι του. O δρόμος ήταν πολύ στενός για μανούβρες σωτηρίας και τα χωράφια δεξιά κι αριστερά του ήταν γεμάτα θάμνους που περνούσαν το ύψος του φορτηγού.
Αφουγκράστηκε τον ήχο του αεροπλάνου. Μόλις το ουρλιαχτό του πλησίασε επικίνδυνα, πάτησε το γκάζι μέχρι τέρμα στέλνοντας το φορτηγό σε μια τρελή πορεία πάνω στον κακοτράχαλο δρόμο. Τη στιγμή που το Μέσερσμιτ εστίασε πάνω του, πάτησε απότομα το φρένο και χώθηκε κάτω απ' το ταμπλό του φορτηγού για να προστατευτεί απ' αυτό που τον περίμενε. Η βόμβα όμως βρήκε το στόχο της και παραλίγο να αναποδογυρίσει το φορτηγό. Βίδες εκτοξεύτηκαν από τα μέταλλα καθώς το καπό κόπηκε στα δύο. Ακούστηκε μια μικρή έκρηξη και ακολούθησε το κόχλασμα των καυσίμων. Το νερό τινάχτηκε απ' το ντεπόζιτο.
Το Μέσερσμιτ απομακρύνθηκε κι εκείνος βγήκε δειλά από το φορτηγό. Από τα μαλλιά και τα ρούχα του έπεσαν θραύσματα απ' το παρμπρίζ καθώς τιναζόταν βρίζοντας με μένος. Μέσα στο όχημα οι τραυματίες σφάδαζαν και ζητούσαν βοήθεια.
Σήκωσε τα μάτια του στον ουρανό. Αν ήθελε, θα μπορούσε τη μέρα εκείνη να βρίσκεται στη Μαδρίτη, στο Διεθνές Συνέδριο Συγγραφέων Ενάντια στον Φασισμό, όπου είχε κληθεί να μιλήσει ως «ποιητής στο μέτωπο». Εκείνος είχε εξαρχής απορρίψει την πρόσκληση: δεν υπήρχαν αρκετοί οδηγοί ασθενοφόρων· κι άλλωστε, τι πιο ποιητικό από τη δράση μέσα στα πυρά;
Το φορτηγό έπρεπε να εγκαταλειφτεί, στην κατάσταση που ήταν. Μόλις είδε άλλο ασθενοφόρο να καταφθάνει έγνεψε στον οδηγό να σταματήσει και βοήθησε να μεταφερθούν σ' αυτό οι τραυματίες του.
Μόλις έφτασε στο νοσοκομείο βρήκε άλλο όχημα και επέστρεψε στην πρώτη γραμμή.
Αυτήν τη φορά όμως στέρεψε και το υπόλοιπο της τύχης του. Στον ίδιο στενό δρόμο που τον είχαν βομβαρδίσει νωρίτερα την ίδια μέρα, μια δεύτερη βόμβα έπεσε απ' τον ουρανό και καρφώθηκε στο φορτηγό. Η καμπίνα του οδηγού ξηλώθηκε αυτομάτως, ξερνώντας τον οδηγό μέσα από ένα βουνό φωτιάς στην άκρη του δρόμου.
Όταν οι άντρες της βρετανικής ιατρικής ομάδας τον μετέφεραν στο νοσοκομείο πάνω σε φορείο, ήταν καλυμμένος με σκόνη και αίμα από την κορφή ως τα νύχια. O γιατρός που έσπευσε αμέσως να τον εξετάσει βρήκε ένα μεγάλο κομμάτι οβίδας καρφωμένο βαθιά στο θώρακα. Μια εγχείρηση για να αφαιρεθεί θα σήμαινε επιπλέον πόνο και επιτάχυνση του θανάτου του. Υπήρχαν και τόσοι άλλοι τραυματίες. O γιατρός έστρεψε την προσοχή του σε άλλους που χρειάζονταν τη βοήθειά του.
Η νοσοκόμα που είχε την ευθύνη για τους ετοιμοθάνατους πλησίασε το φορείο. Προσπαθώντας να τον βοηθήσει όσο μπορούσε στις τελευταίες του στιγμές, βούτηξε μια γάζα σε μια λεκάνη με νερό που βρισκόταν δίπλα της και του έβρεξε το μέτωπο και τα μάγουλα. Το πρόσωπό του, προστατευμένο από το κράνος, δεν είχε υποστεί την παραμικρή γρατζουνιά. Ήταν κατάχλωμος. Έμοιαζε βυθισμένος σε λήθαργο.
Η νοσοκόμα έκανε να τον εγκαταλείψει αλλά κοντοστάθηκε βλέποντας τα χείλη του να ανοίγουν σαν να προσπαθούσε κάτι να της πει. Τα βλέφαρά του τρεμόπαιξαν σε μια μάταιη προσπάθεια να ανοίξουν. Εκείνη έσκυψε για ν' ακούσει. O θόρυβος τριγύρω ήταν μεγάλος και αναγκάστηκε να σκύψει ακόμα περισσότερο, μέχρι που το αυτί της ακούμπησε τα χείλη του. Όμως οι λέξεις βγήκαν απ' το στόμα του καθαρές.
«Σ' όλη μου τη ζωή ήθελα δύο πράγματα ― να αποκτήσω μια όμορφη ερωμένη και να βρεθώ σε μάχη. Τα κατάφερα. Είμαι ικανοποιημένος».
Η νοσοκόμα τα 'χασε. Σηκώθηκε και κοίταξε τον ασθενή δίχως να αφήσει τη λεκάνη και τη γάζα από τα χέρια της. Το αίμα συνέχιζε να τρέχει από την ανοιχτή του πληγή και να στάζει στο πάτωμα, αλλά εκείνος δεν έμοιαζε να πονάει. Σαν να είχε γαληνέψει αφότου είχε πει τα τελευταία του λόγια. Σπάνιο πράγμα για έναν ετοιμοθάνατο να μιλάει με τέτοια ψυχραιμία αλλά, όπως λέγεται, στον πόλεμο όλα είναι πιθανά.
Μετά άρχισε να μουρμουρίζει κάτι σε μια γλώσσα που θα μπορούσε να είναι λατινικά ― αδύνατον να καταλάβει κανείς. Αλλά σε λίγο, ακόμα και οι λέξεις αυτές σταμάτησαν να βγαίνουν από το στόμα του καθώς έπεσε σε κώμα.
Το βράδυ εκείνο ενταφιάστηκε στο Φουέν Καράλ μαζί με άλλους που είχαν πεθάνει εκείνη τη μέρα.
O διευθυντής του νοσοκομείου πέταξε τα ματωμένα του γάντια, έπλυνε το πρόσωπό του και κάθισε να υπογράψει τα πιστοποιητικά θανάτου. Ήταν η τελευταία διεκπεραίωση της ημέρας και την έκανε όσο πιο γρήγορα μπορούσε, κρατώντας με το ζόρι ανοιχτά τα μάτια του. Μόλις υπέγραψε και το τελευταίο και άρχισε να τακτοποιεί τα χαρτιά του, συνειδητοποίησε ξαφνικά ότι ένα από τα ονόματα του ήταν γνωστό. Σκάλισε ανάμεσα στα χαρτιά και βρήκε εκείνο που έψαχνε:
ΤΖOΥΛΙΑN ΜΠΕΛ Πλησιέστερος συγγενής: Κα Βανέσα Μπελ, μητέρα. Διεύθυνση: Γκόρντον Σκουέρ 46, Μπλούμσμπερι, Λονδίνο.
O γιατρός ξεδίπλωσε καλά το πιστοποιητικό πάνω στο τραπέζι και έτριψε τα νυσταγμένα του μάτια. Ζήτησε από τη νοσοκόμα να του φέρει τα προσωπικά αντικείμενα του νεκρού οδηγού. Έβγαλε τα πράγματα από την τσάντα: τα συνηθισμένα. Βρήκε όμως και κάτι άλλο. Ένα σημειωματάριο. Το άνοιξε. Oι σελίδες του ήταν πυκνογραμμένες και το περιεχόμενό του θύμιζε στίχους ποιημάτων ― κάποιας γραφής που του ήταν άγνωστη. Υπήρχε όμως και μια επιστολή προσεκτικά διπλωμένη μέσα σ' ένα φάκελο. O γραφικός χαρακτήρας ήταν άψογος:
Παρακαλώ η επιστολή αυτή να δοθεί στη μητέρα μου, Βανέσα Μπελ, σε περίπτωση μοιραίας ασθένειάς μου, θανατηφόρου ατυχήματος ή στην περίπτωση που κυκλοφορήσουν έγκυρες φήμες για συμμετοχή μου σε επαναστατική δράση.
Ωραία. O μακαρίτης είχε φροντίσει να αφήσει πίσω του διαθήκη προς διευκόλυνση όλων των τεθλιμμένων. Έριξε μια γρήγορη ματιά στην υπόλοιπη σελίδα. O μακαρίτης είχε γράψει κι άλλα πολλά, όμως ο γιατρός ήταν πολύ κουρασμένος και ο χρόνος πολύτιμος. Επιπλέον, δεν τον αφορούσε το περιεχόμενο. Κατέγραψε μόνο τον τόπο και το χρόνο σύνταξης της επιστολής:
Επί του πλοίου Φουσίμι Μάρου, προσεγγίζοντας τη Σαγκάη 26 Σεπτεμβρίου 1935
Πριν από δύο χρόνια; Και στην Κίνα; Τι είδους διαθήκη ήταν πάλι κι αυτή; Έκλεισε το σημειωματάριο και το άφησε να πέσει μαλακά απ' τα χέρια του πάνω σ' ένα κίτρινο μεταξωτό μαντίλι, κεντητό, μ' ένα λεπτό σχέδιο από καλαμόφυλλα, που έλαμπε στο ημίφως. Σε μία του γωνία, κεντημένο με το χέρι, με κλωστή πιο σκούρα κίτρινη, το γράμμα Κ.
O γιατρός αναστέναξε. Καθένα από τα προσωπικά αντικείμενα ενός νεκρού έφερε και μια διαφορετική ιστορία και από τη στιγμή που ο ιδιοκτήτης τους πέθαινε και ενταφιαζόταν, καθένα από αυτά προκαλούσε την ίδια πικρή αίσθηση.
Τα έχωσε όλα στο σακίδιο, μάζεψε όλα τα πιστοποιητικά και τα άφησε πάνω στο γραφείο του για να τα τακτοποιήσει το πρωί η γραμματέας του. Σηκώθηκε και αμέσως ένιωσε πόσο εξαντλημένος ήταν. Έπεσε στο κρεβάτι. Και τότε θυμήθηκε ότι είχε δει τον πεθαμένο.
Ήταν πριν από δύο χρόνια, σε μια δημόσια συζήτηση στο Λονδίνο ― είχε ξεχάσει ποιο ακριβώς ήταν το θέμα, κάτι σχετικά με τη δράση ενάντια στην εξάπλωση του φασισμού. Η Βιρτζίνια Γουλφ και η Βανέσα Μπελ, οι πασίγνωστες αδελφές, βρίσκονταν εκεί μεταξύ άλλων, καθώς και ένας νεαρός που καθόταν ανάμεσά τους. Ψηλός, όμορφος και κομψός, με μαλλιά κοκκινωπά και τρανταχτό γέλιο. Χλεύασε τον καθηγητή Χάρολντ Λάσκι όταν ο τελευταίος ανέβηκε στο έδρανο για να υπερασπίσει την ευρωπαϊκή πολιτική του κόμματος των εργατικών. O νέος προφανώς είπε κάτι αστείο για τον καθηγητή, και οι δύο αδελφές γέλασαν και έσκυψαν προστατευτικά προς το νεαρό.
«Αυτός είναι ο Τζούλιαν Μπελ» ψιθύρισε στο γιατρό κάποιος φίλος του. «Ξέρεις. Από το Κινγκς Κόλετζ του Κέμπριτζ, που φιλοδοξεί να κάνει όνομα ως ποιητής της νεότερης γενιάς του κύκλου Μπλούμσμπερι». Αργότερα ακολούθησε και δεύτερη έκρηξη γέλιου από τη μικρή παρέα. «Τι αλαζονεία!» ψιθύρισε ο φίλος του. Απεναντίας, η εντύπωση του γιατρού ήταν ότι ο νεαρός έμοιαζε σαν πρόωρα αναπτυγμένος μαθητής και χαϊδεμένος της μαμάς και της θείας του, κάτι που του προκάλεσε μια αίσθηση θαυμασμού και ζήλιας γι' αυτόν.