1
O ΦΡΕΝΤΡΙΚ ΤΖ. ΦΡΕΝΓΚΕΡ ΤΖΟΥΝΙΟΡ, ένας τύπος εντελώς ψυχοπαθής, από την Καλιφόρνια, ζήτησε από την αεροσυνοδό της πρώτης θέσης ένα ακόμα ποτήρι σαμπάνια και γραφική ύλη. Το κορίτσι έφερε μισό μπουκάλι παγωμένη σαμπάνια, έβγαλε το φελλό, του το άφησε λίγο αργότερα και επέστρεψε με χαρτιά αλληλογραφίας της Παν Αμ κι ένα στιλό διαρκείας. Για μία ολόκληρη ώρα, αργοπίνοντας σαμπάνια, ο Φρέντι έκανε εξάσκηση στις υπογραφές των Κλοντ Λ. Μπαϊτέλ, Ραμόν Μέντες και Χέρμαν Τ. Γκότλιμπ.
Οι υπογραφές στη συλλογή του από πιστωτικές κάρτες, άδειες οδήγησης και διάφορες ταυτότητες δεν αντιγράφονταν εύκολα, αλλά ύστερα από μία ώρα και μισό μπουκάλι σαμπάνια, όταν έφτασε πια η στιγμή για το γεύμα ―μαρτίνι, φιλετάκι, ψητή πατάτα, σαλάτα, κέικ σοκολάτας και δυο ποτήρια κόκκινο κρασί―, ο Φρέντι έκρινε ότι είχε φτάσει αρκετά κοντά στις αυθεντικές.
Ο καλύτερος τρόπος για να πλαστογραφήσεις μια υπογραφή, ως γνωστόν, είναι να τη γυρίσεις ανάποδα και να προσπαθήσεις να τη σχεδιάσεις, αντί να επιχειρήσεις να μιμηθείς τον γραφικό χαρακτήρα. Αυτός ήταν ο σίγουρος τρόπος, αν είχες χρόνο· δεν σε έβλεπε κανείς και πλαστογραφούσες ένα έγγραφο ή μια επιταγή. Αλλά για να χρησιμοποιήσεις κλεμμένες πιστωτικές κάρτες, ως γνωστόν, πρέπει να μπορείς να υπογράφεις με άνεση αποδείξεις μπροστά σε υπαλλήλους και διευθυντές καταστημάτων που, κατά πάσα πιθανότητα, έχουν τα μάτια τους δεκατέσσερα για ενδεχόμενες παρατυπίες.
Ωστόσο, το αρκετά κοντά συνήθως σήμαινε και αρκετά καλά για τον Φρέντι. Δεν ήταν ο τύπος που προσηλωνόταν εύκολα σε κάτι, κι έτσι μία ολόκληρη ώρα ήταν γι' αυτόν πολύς χρόνος για ν' αφοσιωθεί σε μια δραστηριότητα χωρίς το μυαλό του να στραφεί κάπου αλλού. Καθώς ψαχούλευε τα τρία πορτοφόλια άρχισε να αναρωτιέται για τους κατόχους τους. Το ένα ήταν από δέρμα χελιού, το άλλο από ιμιτασιόν δέρμα στρουθοκάμηλου και το τρίτο ένα απλό τετράγωνο αντρικό πορτοφόλι από δέρμα μοσχαριού, γεμάτο έγχρωμες φωτογραφίες παιδιών με εξαιρετικά συνηθισμένες φάτσες. Πώς γίνεται να θέλει κάποιος να κουβαλάει στο πορτοφόλι του φωτογραφίες άσχημων παιδιών; Και γιατί ν' αγοράσεις ιμιτασιόν στρουθοκάμηλο, όταν μπορείς μόνο με διακόσια τριακόσια δολάρια παραπάνω να πάρεις ένα πορτοφόλι από αυθεντικό δέρμα στρουθοκάμηλου; Από χέλι, το καταλάβαινε· ήταν μαλακό δέρμα και ανθεκτικό, κι όσο περισσότερο καιρό το είχες στην κωλότσεπη του παντελονιού σου, τόσο μαλακότερο γινόταν. Αποφάσισε να κρατήσει αυτό από δέρμα χελιού. Στρίμωξε όλες τις πιστωτικές κάρτες και τις ταυτότητες εκεί μέσα, μαζί και τις φωτογραφίες των άσχημων παιδιών, και παράχωσε τα δύο αδειανά πορτοφόλια στο τσεπάκι της μπροστινής θέσης, πίσω από το περιοδικό της αεροπορικής εταιρείας.
Χορτάτος κι ελαφρώς ζαλισμένος από το μαρτίνι και το κρασί, ο Φρέντι βολεύτηκε όσο καλύτερα μπορούσε στο άνετο ρυθμιζόμενο κάθισμα, παίρνοντας αγκαλιά το μαξιλαράκι της αεροπορικής εταιρείας. Κοιμήθηκε του καλού καιρού μέχρι που η αεροσυνοδός τον ξύπνησε διακριτικά και του ζήτησε να δέσει τη ζώνη του για την προσγείωση στο Διεθνές Αεροδρόμιο του Μαϊάμι.
Ο ΦΡΕΝΤΙ ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΑΠΟΣΚΕΥΕΣ, οπότε άρχισε να περιφέρεται άσκοπα στο γιγαντιαίο αεροδρόμιο ακούγοντας τις ανακοινώσεις που αντηχούσαν από τα πολλά μεγάφωνα πρώτα στα ισπανικά κι έπειτα, στη μισή χρονική διάρκεια, στ' αγγλικά. Ανυπομονούσε να μπει σ' ένα ταξί και να πάει σε κάποιο ξενοδοχείο, αλλά ήθελε επίσης και κάνα δυο ωραία μπαγκάζια. Δύο θα ήταν καλύτερα από ένα, αλλά θα βολευόταν και με μια βαλίτσα Βουιτόν, αν βέβαια έβρισκε μία. Κοντοστάθηκε για ν' ανάψει ένα Ουίνστον και να παρατηρήσει προσεκτικά τη μεγάλη ουρά που σχημάτιζαν αμερικανοί τουρίστες και μικρόσωμοι Ινδιάνοι, άντρες και γυναίκες, που είχαν προορισμό τη χερσόνησο του Γιουκατάν. Όσοι πήγαιναν διακοπές, πρόσεχαν καλά τα μπαγκάζια τους, ενώ οι Ινδιάνοι έσπρωχναν μπροστά τους κάτι μεγάλα χαρτόκουτα, δεμένα με σπάγγο ή γκρίζα μονωτική ταινία. Δεν υπήρχε τίποτα γι' αυτόν εκεί.
Ένας «Χάρε Κρίσνα», παράταιρα μεταμφιεσμένος με μπλου τζιν, κοντομάνικο πουκάμισο, ανοιχτό γαλάζιο σπορ σακάκι και το κεφάλι καλυμμένο με μια αταίριαστη καστανή περούκα, πλησίασε γρήγορα τον Φρέντι και του καρφίτσωσε ένα ριγέ άσπρο-κόκκινο γλειφιτζούρι πάνω στο γκρίζο σουέτ σπορ σακάκι του. Tη στιγμή που η καρφίτσα χωνόταν στο πέτο τού αξίας διακοσίων ογδόντα εφτά δολαρίων σακακιού του, το οποίο είχε αγοραστεί την προηγούμενη μέρα από το πολυκατάστημα «Μέισι'ς» του Σαν Φρανσίσκο με χρέωση σε κάποιον Κλοντ Λ. Μπαϊτέλ, ο Φρέντι γινόταν έξω φρενών. Θα ξεκαρφίτσωνε φυσικά το γλειφιτζούρι, αλλά ήξερε καλά ότι η μικροσκοπική τρυπούλα θα έμενε εκεί για πάντα εξαιτίας αυτού του μαλάκα.
«Θέλω να γίνω φίλος σου» είπε ο «Χάρε Κρίσνα» «και―»
Ο Φρέντι άρπαξε το μεσαίο δάχτυλο του «Χάρε Κρίσνα» και το έστρεψε απότομα προς τα πίσω. Ο Κρίσνα έβγαλε μια κραυγή πόνου. Ο Φρέντι πίεσε το δάχτυλο ακόμα περισσότερο και, με μια απότομη κίνηση προς τα πίσω, του το έσπασε. Ο Κρίσνα άφησε ένα στριγκό ουρλιαχτό κι έπεσε στα γόνατα. Ο Φρέντι άφησε το δάχτυλο να κρέμεται. Καθώς ο Κρίσνα διπλώθηκε στα δύο ουρλιάζοντας και σφίγγοντας στην αγκαλιά του το χέρι του, η περούκα του έπεσε, αποκαλύπτοντας το ξυρισμένο του κρανίο.
Δύο άντρες, προφανώς συγγενείς, που είχαν παρακολουθήσει από την αρχή το όλο επεισόδιο, ξέσπασαν σε γέλια και χειροκροτήματα. Μια μεσόκοπη γυναίκα που φορούσε ένα κολομβιανό πόντσο, ακούγοντας έναν από τους τουρίστες να λέει «Χάρε Κρίσνα», έβγαλε από την τσάντα της έναν «Διώχτη Κρίσνα» κι άρχισε να χτυπάει το μικρό μεταλλικό όργανο μπροστά στο παραμορφωμένο από τον πόνο πρόσωπο του άντρα. Ο σύντροφος του πληγωμένου Κρίσνα, με παρόμοια μεταμφίεση αλλά με μαύρη περούκα στο κεφάλι, κατέφθασε από την ουρά μπροστά στο γκισέ της Αερομέξικο, όπου ήταν απασχολημένος, κι άρχισε να τσακώνεται με τη γυναίκα επειδή χτυπούσε τον «Διώχτη». Ο μεγαλύτερος από τους δύο άντρες που γελούσαν τον πλησίασε από πίσω, του τράβηξε απότομα την περούκα και την πέταξε πάνω από τα κεφάλια του πλήθους που, στο μεταξύ, είχε αρχίσει να συγκεντρώνεται.
Ο Φρέντι, που είχε καταφέρει να ξεγλιστρήσει από τη σκηνή, μπήκε στις αντρικές τουαλέτες δίπλα στο μπαρ του Σταθμού Συγκεντρώσεως Δ κι έβγαλε από το πέτο του το καρφιτσωμένο γλειφιτζούρι. Εξέτασε στον καθρέφτη την τρυπούλα και προσπάθησε να τη στρώσει. Kάποιος άλλος, κατέληξε, δεν θα την πρόσεχε ποτέ, όμως το ελάττωμα υπήρχε πια, κι ας μην ήταν τόσο μεγάλο όσο είχε νομίσει αρχικά. Έχωσε το γλειφιτζούρι στην τσέπη του σακακιού του, έριξε στα γρήγορα ένα κατούρημα, έπλυνε τα χέρια του και βγήκε.
ΜΙΑ ΝΕΑΡΗ ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΟΙΜΟΤΑΝ ΒΑΘΙΑ, ξαπλωμένη πάνω στα σκληρά πλαστικά καθίσματα του αεροδρομίου. Δίπλα της καθόταν ήσυχα ένα δίχρονο αγοράκι, έχοντας αγκαλιά ένα χνουδωτό πάντα. Το παιδάκι, με μάτια ορθάνοιχτα και λίγα σάλια να τρέχουν από το στόμα του, ακουμπούσε τα πόδια του σε μια γαλάζια πάνινη βαλίτσα με μοτίβο ύφανσης το λογότυπο του Πιερ Καρντέν. Ο Φρέντι στάθηκε μπροστά του, ξετύλιξε το γλειφιτζούρι και του το πρόσφερε μ' ένα χαμόγελο. Το αγοράκι τού ανταπέδωσε το χαμόγελο, πήρε ντροπαλά το γλειφιτζούρι και το έχωσε στο στόμα του. Ενώ ο μικρός πιπιλούσε το ζαχαρωτό, ο Φρέντι σήκωσε τη βαλίτσα κι απομακρύνθηκε. Κατέβηκε με τις κυλιόμενες σκάλες ως την εξωτερική ράμπα και πήρε ένα από τα κίτρινα ταξί. Ο Κουβανός που το οδηγούσε μιλούσε ελάχιστα αγγλικά, αλλά τελικά χαμογέλασε κι έγνεψε καταφατικά όταν ο Φρέντι του είπε απλώς: «Ξενοδοχείο. Μαϊάμι».
Ο ταξιτζής άναψε τσιγάρο με το δεξί χέρι και με το αριστερό έμπασε απότομα το αυτοκίνητο στην πυκνή κυκλοφορία, αποφεύγοντας παρά τρίχα μια ηλικιωμένη με την εγγονή της. Χώθηκε σφήνα μπροστά από ένα Τογιότα, του οποίου η μηχανή έσβησε από το απότομο φρενάρισμα, και κατευθύνθηκε προς τον αυτοκινητόδρομο Ντόλφιν. Απ' αυτή τη διαδρομή κατάφερε να φέρει τον Φρέντι στο κέντρο του Μαϊάμι και μπροστά στο ξενοδοχείο «Ιντερνάσιοναλ» σε είκοσι δύο λεπτά. Το ταξίμετρο έγραφε 8,37. Ο Φρέντι έδωσε στον ταξιτζή ένα χαρτονόμισμα των δέκα, έβαλε τη βαλίτσα του στο χέρι του πορτιέρη κι εμφανίστηκε στη ρεσεψιόν ως Χέρμαν Τ. Γκότλιμπ από το Σαν Χοσέ της Καλιφόρνια, χρησιμοποιώντας την πιστωτική κάρτα του τύπου. Έκλεισε μια σουίτα των εκατόν τριάντα πέντε δολαρίων τη βραδιά, υπέγραψε προκαταβολικά την απόδειξη χρέωσης κι ακολούθησε τον χοντρό λατινοαμερικάνο γκρουμ στο ασανσέρ. Λίγο πριν φτάσει ο ανελκυστήρας στον έβδομο όροφο, ο γκρουμ του είπε: «Αν θελήσετε οτιδήποτε, κύριε Γκότλιμπ, παρακαλώ να με ειδοποιήσετε».
«Δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι αυτή τη στιγμή».
«Θέλω να πω...» Ο γκρουμ ξερόβηξε.
«Ξέρω τι θέλεις να πεις, αλλά δεν θέλω γυναίκα τώρα».
Η κρεβατοκάμαρα ήταν μικρή, αλλά το καθιστικό ήταν ευχάριστα επιπλωμένο μ' έναν άνετο καναπέ, μια πολυθρόνα με ασορτί μπλε και άσπρη ριγέ ταπετσαρία, ένα γραφείο με γυάλινη επιφάνεια κι ένα μπαράκι με δύο ψηλά σκαμπό. Στο ψυγείο, πίσω από το μπαρ, υπήρχε βότκα, τζιν, ουίσκι και μπέρμπον, μπόλικα μπουκάλια με βάσεις για κοκτέιλ και μια μικρή σαμπάνια. Στην πόρτα ήταν κρεμασμένος ένας τιμοκατάλογος. Ο Φρέντι του έριξε μια ματιά και σκέφτηκε ότι οι τιμές των ποτών ήταν εξωφρενικές. Έδωσε στον γκρουμ δύο δολάρια.
«Ευχαριστώ, κύριε. Και αν με χρειαστείτε για οτιδήποτε, καλέστε την υπηρεσία δωματίου και ζητήστε τον Πάμπλο».
«Πάμπλο. Ωραία. Πού είναι η παραλία, Πάμπλο; Ίσως θελήσω να κάνω καμιά βουτιά αργότερα».
«Η παραλία; Βρισκόμαστε στον όρμο Μπισκέιν, κύριε, όχι στον ωκεανό. Ο ωκεανός είναι πέρα, στο Μαϊάμι Μπιτς. Όμως εδώ έχουμε μια ωραιότατη πισίνα στην ταράτσα και σάουνα. Κι αν θέλετε μασάζ―»
«Όχι, εντάξει. Απλώς νόμιζα πως το Μαϊάμι βλέπει στον ωκεανό».
«Όχι, κύριε. Αυτό είναι το Μαϊάμι Μπιτς. Είναι δυο ξεχωριστές πόλεις, κύριε, που συνδέονται με αυτοκινητόδρομους πάνω από το επίπεδο της θάλασσας. Έτσι κι αλλιώς, δεν θα σας άρεσε εκεί πέρα, κύριε. Στο Μπιτς οργιάζει το έγκλημα».
«Εννοείς στο Μαϊάμι Μπιτς;»
«Όχι εδώ πάντως, όχι στη λεωφόρο Μπρίκελ. Εδώ είναι το καλύτερο κομμάτι του Μαϊάμι».
«Πρόσεξα κάτι μαγαζιά δίπλα στο λόμπι. Ξέρεις αν πουλάνε βερμούδες;»
«Να πάω να σας φέρω εγώ μία, κύριε. Τι νούμερο;»
«Δεν πειράζει. Θα βγω να κάνω μερικά ψώνια αργότερα».
Ο γκρουμ έφυγε κι ο Φρέντι τράβηξε τις κουρτίνες. Mπορούσε να διακρίνει το πανύψηλο κτίριο της Αμεριφέρστ, ένα μέρος του όρμου, τη γέφυρα πάνω από τον ποταμό Μαϊάμι και τους ουρανοξύστες της οδού Φλάγκλερ. Η Μπρίκελ, ο δρόμος όπου βρισκόταν ο Φρέντι, πλαισιωνόταν από αστραφτερά γυάλινα κτίρια. Η συσκευή κλιματισμού άφηνε ένα σιγανό βουητό.
Είχε στη διάθεσή του τουλάχιστον μία βδομάδα μέχρι να εντοπιστούν τα ίχνη του μέσω της πιστωτικής κάρτας, αλλά δεν σκόπευε να μείνει στο ξενοδοχείο «Ιντερνάσιοναλ» πάνω από μία μέρα. Αποδώ κι εμπρός είχε αποφασίσει ότι θα έπαιζε λίγο πιο σίγουρο παιχνίδι, εκτός βέβαια αν γούσταρε κάτι. Αν γούσταρε κάτι εδώ και τώρα, το πράγμα άλλαζε. Όμως αυτό που πραγματικά γούσταρε τούτη τη φορά, ήταν, πριν τον τσακώσουν, να το γλεντήσει λιγάκι, να κάνει μερικά απ' όσα είχε ονειρευτεί τα τρία χρόνια στο Σαν Κουέντιν.
Μέχρι στιγμής, του άρεσε η καθαρή, λευκή όψη του Μαϊάμι, αλλά είχε μείνει έκπληκτος από το γεγονός ότι η πόλη δεν έβλεπε στον ωκεανό.