GR

Καλάθι

Τα νέα μας

Ανακοινώσεις

Η ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΑΛΚΗ ΖΕΗ ΕΠΙΤΙΜΗ ΔΙΔΑΚΤΩΡ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
Ακόμα μια σημαντική διάκριση για τη σπουδαία συγγραφέα από το Τμήμα Επιστημών Προσχολικής Αγωγής και Εκπαίδευσης του ΑΠΘ.

ΛΑΓΩΝΙΚΑ, ΣΕΡΙΦΗΔΕΣ ΚΑΙ ΑΠΑΙΚΤΟΙ ΝΤΕΤΕΚΤΙΒ
Εργαστήριο παιχνιδιού, δημιουργικής γραφής και ανάγνωσης για νεαρούς φίλους του αστυνομικού

ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΔΗΜΙΟΥΡΓΕΙ
Οι εκδ. ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ και η Επιστημονική Ένωση ΝΕΑ ΠΑΙΔΕΙΑ διοργανώνουν Πανελλήνιους Μαθητικούς Διαγωνισμούς που απευθύνονται σε μαθητές και μαθήτριες του Γυμνασίου.

ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΑΣ ΚΑΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΓΙΑ ΘΕΜΑΤΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΑ
Το εργαστήρι, στο οποίο διδάσκει η δημοσιογράφος Μικέλα Χαρτουλάρη, θα εστιάσει σε επίκαιρα ζητήματα κοινωνίας, ιστορίας και κουλτούρας.

ΔΙΑΨΕΥΣΕ ΤΟ / 23.10-15.11.2014
Έκθεση κόμικς - Εκθεσιακός χώρος του metamatic:taf (Νορμανού 5, Μοναστηράκι)

4ΟΣ ΜΑΡΑΘΩΝΙΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ ΓΙΑ ΜΑΘΗΤΕΣ ΚΑΙ ΜΑΘΗΤΡΙΕΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ
Για τέταρτη συνεχόμενη χρονιά οι εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ διοργανώνουν ετήσιο εκπαιδευτικό πρόγραμμα φιλαναγνωσίας με τη μορφή διαγωνισμού. Λάβετε μέρος με την τάξη σας.

«ΤΟ ΠΕΡΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ»: ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ ΤΟΥ ΧΘΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΗΜΕΡΑ
Το Travel Plan και οι εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ σας καλούν σε ένα μοναδικό ταξίδι στο πολυπολιτισμικό Πέρα με ξεναγό τη συγγραφέα Ιώ Τσοκώνα και το ομώνυμο βιβλίο της.

Εκδηλώσεις

Ο PAUL AUSTER ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ
Ο κορυφαίος αμερικανός συγγραφέας ετοιμάζει νέο μνημειώδες μυθιστόρημα και συναντά το ελληνικό αναγνωστικό κοινό σε μια μοναδική εκδήλωση στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών.

ΜΙΑ ΒΡΑΔΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ JO NESBO ΚΑΙ ΤΟΝ ΧΑΡΙ ΧΟΛΕ
Nesbomaniacs, ενωθείτε! Ραντεβού στο αμφιθέατρο του Αθήνα 9.84 την Τετάρτη 29 Οκτωβρίου.

Δείτε όλα μας τα νέα

Ημερολόγιο εκδηλώσεων


Οκτώβριος 2014
ΔΤΤΠΠΣΚ
12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
2728293031


Προτείνουμε

Ο φερετζές και το πηλήκιο: Το πολιτικό μυθιστόρημα της ελληνικής τηλεόρασης
Παύλος Τσίμας
Ο ΦΕΡΕΤΖΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΗΛΗΚΙΟ: ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ Ο Παύλος Τσίμας έγραψε το «πολιτικό» μυθιστόρημα της ελληνικής τηλεόρασης. Ενώ παρακολουθούμε τη «γέννηση» της τηλεόρασης, ταυτόχρονα ξεδιπλώνεται το πολιτικό παιχνίδι στη μεταπολεμική Ελλάδα. Περισσότερα


Δείτε όλες μας τις προτάσεις
Καβάλα: Μια πόλη στη λογοτεχνία

Καβάλα: Μια πόλη στη λογοτεχνία



εισαγωγή, επιλογή κειμένων: Διαμαντής Αξιώτης

ISBN: 978-960-375-475-6
Σελίδες: 312
Ημερομηνία έκδοσης: 01/07/2003
Μη διαθέσιμο



Αρχική τιμή:   22,42 €
20,18 €

 
Διατίθεται επίσης σε:
EBOOK
Bookmark and Share

Λίγα λόγια για το βιβλίο


Το βιβλίο συμπεριλαμβάνεται στη βάση συγγραμμάτων Εύδοξος (κωδικός βιβλίου: 12337779). Μπορείτε να διαβάσετε ένα απόσπασμα, τα περιεχόμενα και το οπισθόφυλλο εδώ.


Το λογοτεχνικό ταξίδι γίνεται πιο καλοκαιρινό και συνεχίζεται με το βιβλίο Καβάλα, Μια πόλη στη λογοτεχνία που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ, με προορισμό την όμορφη παραθαλάσσια και γραφική πόλη του Βορρά. Εκεί στην πλευρά της θάλασσας θα υποδεχτεί ο ανθολόγος Διαμαντής Αξιώτης τον κάθε αναγνώστη για να του δείξει την πρώτη πόλη του, ριζωμένη επάνω στον κεκλιμένο βράχο από γρανίτη, σε σχήμα αμυγδάλου ή κεφαλής αλόγου, κατά τη ρήση των παλαιών περιηγητών. Μέσα από κείμενα της Άννας Κομνηνής, του Ιωάννη Καντακουζηνού, του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, της Μάρως Δούκα, του Η. Χ. Παπαδημητρακόπουλου, του Πρόδρομου Χ. Μάρκογλου, του Μιχαήλ Μήτρα, του Νίκου Εγγονόπουλου και πολλών άλλων ο Διαμαντής Αξιώτης θα μας δείξει το δρόμο των Φράγκων, των Λομβαρδών, των Ενετών και των κουρσάρων, των Σέρβων, Βούλγαρων και Τούρκων και τέλος των θάσιων κατακτητών των μεταλλείων του Παγγαίου και του χρυσού της Σκαπτής Ύλης.

Απόσπασμα από το βιβλίο


Ανωνύμου Εταιρίας καπνών και πέραν θαλάσσης

ΘA ΣE YΠOΔEXΘΩ AΠO THN ΠΛEYPA THΣ ΘAΛAΣΣAΣ. Να σου δείξω την πρώτη πόλη μου, ριζωμένη επάνω στον κεκλιμένο βράχο από γρανίτη, σε σχήμα αμυγδάλου· ή κεφαλής αλόγου, κατά τη ρήση των παλαιών περιηγητών· όταν ξεπέζευαν εδώ για να ξεδιψάσουν και να καταλύσουν στα, εκτός των τειχών, χάνια, πριν συνεχίσουν την πορεία τους προς ανατολάς. Έτσι, διακόπτοντας την καβάλα του ταξιδιού τους, ονομάτισαν, χάριν της μεταξύ τους συνεννοήσεως, τον περίκλειστο αυτό τόπο, αγνοώντας την αρχαία πόλη Σκάβαλα, που τα ερείπιά της κείτονται ακόμη σκεπασμένα στα βορινά υψώματα.
Να σου δείξω το δρόμο των Φράγκων, των Λομβαρδών, των Ενετών και των κουρσάρων. Οι Σέρβοι, κι αργότερα οι Βούλγαροι, ήρθαν από το Βορρά. Οι Τούρκοι από την Ανατολή. Οι θάσιοι κατακτητές των μεταλλείων του Παγγαίου και του χρυσού της Σκαπτής Ύλης, αναγκαστικά, από το Νότο. Νεάπολις, Χριστούπολις, Καβάλα, εδώ γεννήθηκα. Ανάμεσα στα δύο ποτάμια και στη σκιά του όρους Συμβόλου. Έκοψα νόμισμα χρυσό και απεικόνισα το κεφάλι της Γοργόνας. Πλακόστρωσα μία οδό και την είπα Εγνατία, να περάσει ο Παύλος για τη βάπτιση της πρώτης χριστιανής στα νερά του ποταμού Ζυγάκτη. Στα ίδια νερά που τώρα βαπτίζονται ομαδικώς οι αλλόθρησκοι πένητες της Αλβανίας. Ξέρω, σου τα λέω ανάκατα, όπως οι εικόνες στην ομίχλη και οι πέτρες των ναών κάτω από το χώμα. Όμως δεν γίνεται διαφορετικά, αφού εσύ ποτέ σου δεν χρίστηκες μέλος της Αθηναϊκής Συμμαχίας και δεν δάμασες κανένα Βουκεφάλα· δεν άλλαξες εθνικότητες και δεν γκρέμισες θεούς για να λατρέψεις άλλους· δεν προσκύνησες την Τουρκιά, ούτε γύρισες το όνομά σου σε βουλγάρικο.
Εγώ έπαιζα ξέγνοιαστος με τη Μίτσε. Τον μπαμπά της τον έλεγαν Πένκο και ήταν Βούλγαρος. Δεν θυμάμαι σε ποια γλώσσα μιλούσαμε. Νέμα τούκα, παπαγάλιζα, και γελούσαν οι μεγάλοι. Ο παππούς μου έβριζε τούρκικα κι ο πατέρας τις νύχτες ξήλωνε τα σανίδια στο πίσω καμαράκι, έβγαζε το χώμα, για να θάψει εκεί τον τενεκέ με το καλαμπόκι και το μπουκάλι με το λάδι. Έξι στόματα να ταΐσει, και δώδεκα μάτια κοίταζαν το σημάδι της ανθρακιάς στο μάγουλο. Στα παράθυρα κόλλες μπλε κι εφημερίδες. Τις νύχτες οι σκιές μεγάλωναν και άπλωναν στα βουνά του Τσαλ-Νταγ και της Καρατζόβας. Κι εκείνο τον Σεπτέμβρη του Ά44 κατηφόρισαν και μπήκαν στην πόλη οι άντρες με τα γένια και την ψείρα, να την ελευθερώσουν. «Αθάνατο Ε.Λ.Α.Σ., εμπρός», κι οι κοπέλες έπλεξαν δάφνες για τους άντρες του 26ου συντάγματος. Μπήκαν από τα βορινά υψώματα, Αι-Θανάσης, Σούγιουλου, να γεμίσουν τα σοκάκια, τους δρόμους και την πλατεία Φουάτ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ. Έλα τώρα να σε περάσω κάτω από τις, ογδόντα πήχεων ύψους, Καμάρες του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς, που χωρίζουν την πόλη μου στα δύο. Να σου μετρήσω τις εξήντα υπερμεγέθεις αψίδες του υδραγωγείου και να σε νίψω με ύδωρ ζωής εκ πηγής αναβλυζούσης εκ βράχων επί βουνού απέχοντος της πόλεως έναν σταθμόν.
Στα δύο η πόλη μου: Πέταλο καρφωμένο στον κόρφο της θάλασσας και γυμνή μοιχαλίδα καθισμένη στα γόνατα πΆ ανοίγει αυλάκι στην άμμο, να κυλήσει το Αιγαίο στην κοίτη του. Το παρελθόν αναδύεται στους καπνούς των τσιγάρων και στις μυρουδιές της Ανατολικής Θράκης. Το σπίτι των γονιών μου στη Στέρνα, οι μπαξέδες και τα καλά τους. Εκεί η παράδεισος, εδώ η ανέχεια και οι κατάρες. Μπαΐρια κακοτράχαλα και προσφυγιά στοιβαγμένη στον τσίγκο και το πισσόχαρτο, τον τσατμά και την κουρελού. Ο πατέρας έγινε σαμαράς σε κείνη την παράγκα πίσω από τα Δικαστήρια. Κατέβαζαν αλόγατα και μουλάρια οι βουνίσιοι της Παλιάς Καβάλας, του Πλαταμώνα, της Λεκάνης και του Ζυγού, και άχνιζαν οι δρόμοι από την κοπριά και τα κάτουρα των ζώων. Στη φαγούρα της σίκαλης και στο χνούδι του σαζ κυλιόμουν τα καλοκαίρια, πίσω στην αποθήκη με τα τομάρια και τους ναλτσάδες. Τα ντουβάρια σαθρά, άφηναν σχισμές-περάσματα στα δωμάτια του ύπνου και του ντυμένου έρωτα των γειτόνων. Εκεί το πρώτο σάλεμα, η ηδονή κι ο μικρός σπασμός.
Τάγματα εθνοφρουράς, οι Μπουραντάδες, κι ο εμφύλιος ένας άλλος σπαραγμός. Ο πατέρας στις φυλακές της Δράμας κι η μάνα μας κουβάλισε κοσμήματα και λίρες σε ένα μαντίλι. Έβαλε πράσινο φυλλαράκι της Παναγίας στις πληγές του γόνατου, και δεν πονούσα. Οι πληγές των ανταρτών πονούσαν τους μεγάλους· και η ήττα του Ά49. Δυο χέρια με σήκωσαν και μΆ ανέβασαν στο άλογο. Ο Μαύρος Καβαλάρης ανέμιζε στο καναβάτσο και καλούσε την εργατιά. Στην κεντρική πλατεία απλωμένα τραπεζάκια του ΚΕΝΤΡΙΚΟΝ. Στην κάτω γωνιά, στη σκιά των κυπαρισσιών, ο τάφος της Αιγυπτίας, όπως ονόμαζαν τη μητέρα του Πασά. Απέναντι τα θερινά ΕΣΠΕΡΟΣ και ΖΕΦΥΡΟΣ, αγιόκλημα και γιασεμί, ακακίες και τζαμπατζήδες των Πεντακοσίων και του Βύρωνα στα κλαδιά, να βλέπουν το καουμπόικο. Στον ΕΣΠΕΡΟ μάζεψε τους φοβισμένους και άλαλους ο Πλαστήρας να τους μιλήσει. Ο Ελληνικός Συναγερμός με πέντε βουλευτές στο νομό, κι ο Παπάγος αρχιστράτηγος· τι τα θες, τι τα ζητάς! Εγώ, από παιδί στους δρόμους, ανάμεσα στη μυρουδιά των καπνόφυλλων και τα μακριά φουστάνια των γυναικών με τις χοντρές κάλτσες και τα βαριά υποδήματα. Ο βουλευτής Βενέτης ήταν που άνοιξε το επάγγελμα· ήταν κλειστό και άβατο. Και το Ά53 μπήκε κόσμος και ντουνιάς στα μαγαζιά της τόγκας. Πώς θράφηκαν τόσα στόματα και πού στοιβάχτηκαν; Πρόσφυγες της Ανατολής, τσιπλάκηδες της Θάσου και πικραμένοι των γύρω χωριών. Μαύρα δάχτυλα και πικρά, ποτάμια ορμητικά στους δρόμους και οι πραμάτειες των μαγαζιών απλωμένες στο βαρβάτο μεροκάματο. Μια κάμαρη στα βράχια, το όνειρο, ένα κεραμίδι, να χώσουν το κεφάλι. Καβάλα τα σπίτια και τα νοικοκυριά, νΆ αγνατεύουν τη θάλασσα, το απέναντι νησί και το Όρος το Άγιον. Την πόλη την είπαν Κόκκινη.
Έβαλα μακρύ παντελόνι και ξύρισα το πρώτο χνούδι. Έμπαινα κρυφά στα σκοτάδια του ΑΤΤΙΚΟΝ, των ΟΛΥMΠΙΩΝ και του ΡΕΞ, κι ερωτευόμουν στο πατάρι της ΜΥΡΟΒΟΛΟΥ ΑΝΟΙΞΗΣ. Προφιτερόλ και μαύρα μπατιρόσπορα, η βόλτα στην Ομονοίας, το νυφοπάζαρο της Κυριακής. Τα πάρτι του βερμούτ και της μπουκάλας· το φιλί. Κοντοκουρεμένα και άχαρα ντουρντουβάκια, καπέλο με την κουκουβάγια και σήμα χριστιανικόν: ΓΥΜΝΑΣΙΟΝ ΑΡPΕΝΩΝ ΚΑΒΑΛΑΣ. Η Ζωή του Παιδιού στη μασχάλη και το Χτυποκάρδι στην κωλότσεπη. Να σου θυμίσω τη μέρα που είδα τον τρόμο στα βλέμματα των περαστικών και άκουσα τα εμβατήρια. «Επανάσταση» την είπαν και η 21η Απριλίου της «Ελλάδος Ελλήνων Χριστιανών» έστησε στο κέντρο της πλατείας, στην παραλία και στο πέρασμα του Αγίου Σήλα το πουλί «εκ της τέφρας» με τον φαντάρο. Βουβάθηκα. Και τον Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς υποδεχτήκαμε τον βασιλέα Κωνσταντίνο Β΄, τον Εξαδάχτυλο. Βγήκε στο μπαλκόνι του ΑΣΤΕΡΑ, μετά της συζύγου Άννης-Μαρίας και της βασιλομήτορος Φρειδερίκης· μιλούσε κι έτρεμε. Φύλαγε τις πλάτες του και ήλπιζε στα στρατεύματα της Κομοτηνής. Κρυφά έφυγε και πέταξε από το αεροδρόμιο του Αμυγδαλεώνα για την Ιταλία. Δεν ξαναφάνηκε. Ψηφίσαμε ΟΧΙ. Η χούντα σήκωσε κασμά και γκρέμισε τα πάντα. Πριόνισε τα κυπαρίσσια και έριξε τα αρχοντικά με τα αγάλματα. Έχτισε στα πεζοδρόμια και στις γωνιές, να στενέψουν οι δρόμοι κι άλλο, προς δόξαν του τσιμέντου και του σίδερου. Πλακόστρωσε την πλατεία. Άσπρη, άνυδρη και άδενδρη, όμοια με τις άλλες. Κάθε πόλη και στάδιο, κάθε χωριό και γυμναστήριο. Πολλοί προσκύνησαν και φίλησαν τα κατουρημένα. Στα δύο η πόλη μου: Αποδώ η θάλασσα, τα βράχια, εκείνο το κορίτσι με το στήθος της χούφτας μου κι οι φίλοι που έφυγαν· αποκεί το άγνωστο, τα φώτα, τα όνειρα και η φυγή. Να φύγουμε, λέγαμε, και δεν ξέραμε για πού. Να πάμε στη Σαλονίκη, να κατεβούμε στην Ελλάδα· να φύγουμε! Οι άλλοι έφυγαν· εγώ βγήκα από τα τείχη και κατέβηκα στην καινούργια πόλη. Προβιβασμός της αντιπαροχής και των πολυώροφων οικοδομημάτων. ΜΆ αυτό τον τρόπο δραπέτευσα, αφήνοντας τις παλιές πέτρες να χορταριάζουν στην ακινησία της ιστορίας τους. Γρανίτης ντόπιος των Ελλήνων, το μακρό τείχος των Βυζαντινών, οι προσθήκες των Ενετών και τα αγκωνάρια των Τούρκων αντιστάθηκαν στις πολιορκίες και τους αποκλεισμούς πειρατών και εχθρών. Έκλεισαν μέσα τους το Ιερό της Παρθένου, το κονάκι και το Ιμαρέτ του Μουχαμάντ Αλή πασά, την Κοίμηση της Θεοτόκου. Και τους μετέπειτα κατοίκους ―Οθωμανούς, Χριστιανούς, Αρμένιους κι Εβραίους― που ζήτησαν άδεια από τον Σουλτάνο για να βγουν από τα τείχη, να κυριεύσουν άλλες πλαγιές και μπαΐρια· να χτίσουν εκκλησίες και αρχοντικά. Έτσι να σου δείξω τα εναπομείναντα περίτεχνα σπίτια της συνοικίας του Αγίου Ιωάννου και της οδού Κύπρου: τη Μεγάλη Λέσχη των κυριών της Φιλοπτώχου, τον πύργο του Δημαρχείου, την κατοικία του Άντολφ Βιξ, τη μονή Λαζαριστών· το Ηρώον από κάτω, με τον πληγωμένο «Άγνωστο». Η Δόξα, οι Βυζαντινοί, οι Μακεδονομάχοι, οι τελετές, οι καταθέσεις στεφάνων και το βέβηλο σπρέι των ποδοσφαιρικών συνθημάτων. Τον Λέοντα τον μετέφεραν και τον έστησαν αλλού. Ώρα για τσιγάρο. Ακουμπάς στο νοτισμένο τοίχο του καπνομάγαζου και βάζεις το αυτί σου στη σχισμή. Τα δάχτυλά σου κολλάν στην πίσσα της νικοτίνης κι ακούς το θόρυβο του κίτρινου φύλλου καθώς στοιβάζονταν στην τόγκα.
― Αυτά πάνε, σου ψιθυρίζω. Πέθαναν.
Η πίκρα του καπνόφυλλου στα μακριά φουστάνια των γυναικών με τα βαριά υποδήματα εξανεμίστηκε μαζί με το βαρβάτο μεροκάματο. Το ορμητικό ποτάμι των καπνεργατών, που είχαν παραδοθεί στην κίτρινη λάμψη των καπνόφυλλων και στο επιμελημένο αέρισμα, στέγνωσε και πάει. Οι νεκροί καπνεργάτες της εξέγερσης του 1928 έγιναν μπρούντζινο σύμπλεγμα, κακότεχνο, μπροστά από την περίβλεπτη καπναποθήκη του Κιζί Μιμίν, σημερινό ημιτελές Πνευματικό Κέντρο του Δήμου. Οι ξενόφερτοι καπνέμποροι που, στο τσακίρ κέφι, πετούσαν το πιάνο της διασκέδασης στη θάλασσα, ανάβοντας επιδεικτικά τα τσιγάρα τους με δολάρια, άφαντοι. Σκιές του μύθου τους, άφησαν πίσω προσόψεις μισογκρεμισμένων αρχοντικών με τρίγλυφα και παλμέτες. Ο βαυαρικός πύργος του Δημαρχείου, κατάλοιπο της έδρας του καπνεμπόρου Πιέρ Έρτζοχ, Ανωνύμου Εταιρίας καπνών και πέραν θαλάσσης. Τα υπόλοιπα, σχεδόν εκατό, άριστα οχυρωμένα καπνομάγαζα ―το πάλαι ποτέ παραθαλάσσιο τείχος της πόλης― θυσιάστηκαν στο βωμό της ανάπτυξης και στη λαίλαπα της αντιπαροχής. Βλέπω τα μάτια σου υγρά.
― Από τη διαφυγή των αερίων, της αμμωνίας και των φωσφορικών λιπασμάτων, απολογούμαι και ντρέπομαι.
― Το είχα υποπτευθεί από την ανατολική διάβρωση των αγαλμάτων, μου εκμυστηρεύεσαι.
Απλώς τηρούσαμε τα προσχήματα, σκέφτομαι. Όπως και οι Αρχές. Διαμαντής Αξιώτης
Καβάλα, Οκτώβριος 2002
Γράψτε το σχόλιό σας
Μόνο τα εγγεγραμμένα μέλη μπορούν να γράψουν σχόλια. Παρακαλώ κάντε κλικ εδώ για να εγγραφείτε.

Σχόλιο:  
Βαθμολογία: