GR

Καλάθι

Τα νέα μας

Ανακοινώσεις

ΓΙΟΡΤΗ ΒΙΒΛΙΟΥ ΣΤΗΝ ΕΡΜΟΥ
Από τις 26 Μαΐου έως τις 11 Ιουνίου 2017 σας περιμένουμε στο περίπτερό μας (αρ. 59-60), στην 40ή Γιορτή Βιβλίου, στον πεζόδρομο της Ερμού.

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ IAN RANKIN
Μια βραδιά για τον κορυφαίο συγγραφέα αστυνομικού στη Μ. Βρετανία, τον διάσημο επιθεωρητή του, Τζον Ρέμπους, και το Εδιμβούργο.

ΠΙΚΟ ΚΑΙ ΛΟΛΑ
Δύο νέοι ήρωες που θα λατρέψουν τα πολύ μικρά παιδιά.

Ο «ΓΡΑΦΙΚΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ» ΣΤΑ ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ
Το βιβλίο του βραβευμένου συγγραφέα και σεναριογράφου Νίκου Παναγιωτόπουλου μόλις κυκλοφόρησε στα ολλανδικά.

ΜΕΓΑΛΟΣ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ: ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΟΣΛΟ
Το 2017 είναι η χρονιά του Jo Nesbo και το γιορτάζουμε με ένα ταξίδι στο Όσλο, την πόλη του Χάρι Χόλε.

ΔΕΙΠΝΟ ΜΕ ΤΟΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΔΗΜΗΤΡΗ ΣΤΕΦΑΝΑΚΗ
Γνωρίστε από κοντά τον αγαπημένο σας συγγραφέα σε ένα αποκλειστικό δείπνο μαζί του! Δείτε τα ονόματα των τυχερών.

ΚΙΛΟΜΠΟ: Ο ΒΡΟΜΙΚΟΣ ΕΛΕΦΑΝΤΑΚΟΣ
Μια ιστορία για τη διαφορετικότητα αλλά και το πώς κατά βάθος είμαστε όλοι ίδιοι.

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΒΡΑΒΕΙΑ ΠΕΡ. «Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ»
Οκτώ βιβλία των εκδ. ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ υποψήφια για βραβείο.

ΦΤΟΥ ΞΕΛΥΠΗ
Ένα βιβλίο για την πορεία προς την επιβίωση και το όνειρο που αξίζει να διαβάσει κάθε παιδί.

ΔΕΝ ΘΕΛΑΜΕ ΝΑ ΞΕΡΟΥΜΕ
H μαρτυρία μιας γυναίκας που βρέθηκε στο κέντρο της εξουσίας της χιτλερικής Γερμανίας.

«ΤΟ ΔΕΙΠΝΟ» ΤΟΥ HERMAN KOCH ΣΤΟ ΣΙΝΕΜΑ
Την αμερικάνικη κινηματογραφική μεταφορά του μπεστ σέλερ του ολλανδού συγγραφέα θα απολαύσουμε στις σκοτεινές αίθουσες.

ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΕΚΔΟΣΕΩΝ ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ
Μια νέα σειρά με αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Δείτε όλα μας τα νέα

Ημερολόγιο εκδηλώσεων


Μάιος 2017
ΔΤΤΠΠΣΚ
1234567
891011121314
15161718192021
22232425262728
293031


Η πράσινη πόρτα

Η πράσινη πόρτα





ISBN: 978-960-375-376-6
Σελίδες: 144
Ημερομηνία έκδοσης: 01/10/2002
Μη διαθέσιμο



Αρχική τιμή:   9,13 €
8,22 €

 
Bookmark and Share

Λίγα λόγια για το βιβλίο



Μπορεί στ’ αλήθεια μια πόρτα να αλλάξει τη ζωή ενός ανθρώπου; Είναι δυνατόν μια απλή πόρτα να κρύβει πίσω της ανεξιχνίαστα μυστικά, εξωγήινους εισβολείς και σατανικές δυνάμεις που συνωμοτούν εναντίον ολόκληρης της ανθρωπότητας; Και γιατί τελικά μια πόρτα να στριφογυρίζει συνέχεια στο μυαλό του Ρότζερ Σμιθ, τον σεφ που φτιάχνει τον νοστιμότερο αστακό καρντινάλ στην Ευρώπη, χωρίς να τον αφήνει ούτε λεπτό να ησυχάσει; Μοναχικός και εσωστρεφής, ο ήρωας της ιστορίας βασανίζεται συνεχώς από ερωτήματα όπως: «Γιατί αυτή η πράσινη πόρτα δεν έχει νούμερο; Μήπως κάποιοι θέλουν να κρύψουν κάτι; Κι αν πάλι αυτή η πόρτα κρύβει κάποιο πολύτιμο μυστικό;»

Μια ιστορία απ’ το παγωμένο Λονδίνο, για τη μοναξιά, την παράνοια και τον χαμένο έρωτα, βουτηγμένη σε πικρό χιούμορ και μους από ζαμπόν.


Απόσπασμα από το βιβλίο


1

Mετο ζουμί της αγριόπαπιας έβρασε τα κάστανα, αφού πρώτα τα είχεπροβράσει με νερό, μέχρι να ξεκολλήσει ο εσωτερικός φλοιός τους. Αφούμαλάκωσαν, τα πέρασε από τη μηχανή του πουρέ και τα αποτέλειωσεπροσθέτοντας φρέσκο βούτυρο. Πού και πού έριχνε κλεφτές ματιές στηνεκρή πάπια που έχασκε ξεκοιλιασμένη μες στο νεροχύτη. Το αίμα της,κηλίδες κηλίδες, είχε ανακατευτεί με το κρύο νερό.

Άρχισεμετά να τη ράβει βαριεστημένα. Από μέσα του αναθεμάτιζε αυτό τον αχρείοκύριο Γκλόβερ. Νόμιζε, αυτός ο σαρδανάπαλος, ότι με τα λεφτά τουμπορούσε να κάνει τα πάντα. Αφού υπήρχε μια συγκεκριμένη στρατηγική στορεστοράν, γιατί θα έπρεπε να αλλάζει το πρόγραμμα σύμφωνα με τα γούστατου κυρίου; Δεν μπορούσε όμως να κάνει διαφορετικά. Αγριόπαπια σαλμίήθελε ο κύριος; Αυτό θα έπαιρνε. Κι όχι μόνο αυτό. Κάστανα πουρέ,μάλιστα! Κάστανα πουρέ. Αυτό το έδεσμα, λέει, αναδεικνύει τη γεύση τηςπάπιας.

OΡότζερ Σμιθ, μάγειρας του λονδρέζικου φημισμένου εστιατορίου «O Κήπος»,ακόμα περισσότερο αγανακτισμένος, άρχισε να κόβει ένα κρεμμύδι σε μικράκομματάκια. Ύστερα, μαζί με καρότα, ρίζες σέλινου και ψιλά χόρτα, ταέριξε στο φούρνο. Και στο κάτω κάτω, σκέφτηκε, γιατί τόση εμμονή στονπουρέ; Θα μπορούσε να έχει ξεμπερδέψει με τηγανητές πατάτες. Άσχημεςείναι οι τηγανητές πατάτες; Ή ακόμα πατάτες βιενουάζ, γιατί όχι καιπατατοκροκέτες.

Έπλυνετα χέρια του, έβγαλε την ποδιά του και πήρε μια καφετιά χτένα μέσα απότην τσάντα του. Με σταθερά βήματα, έφτασε στην τουαλέτα του προσωπικού,άνοιξε το φως και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Δεν είχε πια τίποτασημαντικότερο να κάνει παρά να χτενιστεί, αφού η αγριόπαπια σαλμί καιτα κάστανα πουρέ είχαν ήδη σερβιριστεί στον εκνευριστικά αντιπαθή κύριοΓκλόβερ. Δεν χρειαζόταν να κρυφοκοιτάξει απ’ την κουρτίνα στη μεγάλησάλα του καταστήματος. Μπορούσε να φανταστεί τον απεχθή κύριο Γκλόβερνα καταβροχθίζει αναίσχυντα τον κόπο του. Να καταστρέφει το υπέροχοσχήμα των καρότων με την οδοντοστοιχία του, να τσαλαβουτάει άτακτα στονπουρέ και να ξεψαχνίζει την άμοιρη την πάπια με εμετική λαιμαργία.

Μείσια χωρίστρα πια, ο Ρότζερ Σμιθ βγήκε απ’ το μπάνιο και πήρε ένασακάκι που κρεμόταν πίσω απ’ τον πάγκο με τα γλυκά. Το φόρεσε άτσαλα,έφτιαξε τους γιακάδες που είχαν γυρίσει ανάποδα και έφυγε απ’ την πίσωπόρτα. Το καλοκαίρι θα συμπλήρωνε εφτά ολόκληρα χρόνια σ’ αυτό τοαναθεματισμένο ρεστοράν. Για ογδόντα δύο ολόκληρους μήνες, με εξαίρεσητις Κυριακές, άντε και τις αργίες, τίποτα δεν άλλαζε στη ζωή του. O«Κήπος» είχε γίνει δεύτερο σπίτι του. O εργοδότης του, ο Τζον Βίνσεντ,δεν ήταν κακός, μπορούσε μάλιστα με λίγη προσπάθεια να τον χαρακτηρίσεισυμπαθητικό· όχι δηλαδή ότι πληρωνόταν και καλά, είχε ακούσει όμως τουςμισθούς άλλων μαγείρων και θεωρούσε τον δικό του ικανοποιητικό. Έπαιρνετριακόσιες λίρες εβδομαδιαία, έδινε εκατόν πενήντα για νοίκι, έκρυβετις πενήντα και περνούσε με τις υπόλοιπες εκατό. Άλλωστε μόνος ήταν,εργένης παραδοσιακός, δεν είχε έγνοιες στο κεφάλι του.

Εκείνη τη νύχτα, βγήκε στην Μπεϊσγουότερ και περίμενε το λεωφορείο με το νούμερο 12.Δίπλα του στεκόταν ένας ηλικιωμένος άντρας με ένα τουρμπάνι στο κεφάλιτου. Μάλλον Ινδός θα ήταν, αν έκρινε σωστά από το χρώμα του. Πέρασεπρώτα ένα λεωφορείο που έκανε τέρμα στο Πικαντίλι και δεν τον βόλευε.Αυτός πήγαινε στην πλατεία Τραφάλγκαρ, όπου άλλαζε γραμμή. Βεβαίως, δενείναι δα και καμία σημαντική απόσταση από το Πικαντίλι ως την πλατείαΤραφάλγκαρ, αλλά δεν υπήρχε διάθεση για περπάτημα. Άναψε ένα τσιγάροκαι ρώτησε τον διπλανό αν είχε ώρα. Από την προφορά του βεβαιώθηκε ότιήταν Ινδός. Σκέφτηκε στιγμιαία ότι το Λονδίνο είχε γεμίσει ξένους, κάτιπου τον ευχαριστούσε ιδιαίτερα. Δεν είχε βγει ποτέ απ’ τη χώρα και τουάρεσε να βλέπει ανθρώπους από ξένα μέρη.

Τολεωφορείο του δεν άργησε να φανεί. Ανέβηκε πρώτος, έδειξε την κάρταστον οδηγό και κάθισε δίπλα σε μια γριά. O Ινδός κάθισε πίσω πίσω καικοιτούσε απ’ το παράθυρο. Δυο νεαροί, ήταν δεν ήταν είκοσι, έβριζαν μιαποδοσφαιρική ομάδα και έπιναν μπίρα από κουτάκι.

Oοδηγός ειδοποίησε μια κυρία ότι θα πρέπει να κατεβεί στην επόμενηστάση. Ξημέρωνε Κυριακή κι έτσι η διάθεση του Ρότζερ Σμιθ ήταν καλήαφού είχε ρεπό και μπορούσε να κάνει ό,τι ήθελε. Ίσως να πήγαινεσινεμά, μάλλον όμως όχι, αφού είχε πάει την προηγούμενη βδομάδα. Μπορείνα πήγαινε να στοιχηματίσει στ’ άλογα. Μα ναι! Αυτό θα έκανε. Πέρασεκαιρός απ’ την τελευταία φορά. Ό,τι έκανε, το ’κανε μόνος ο ΡότζερΣμιθ, δεν είχε φίλους, δεν είχε ερωμένη, δεν είχε προβλήματα στο κεφάλιτου, όπως έλεγε κι ο ίδιος.

Τολεωφορείο έφτασε στην πλατεία Τραφάλγκαρ. Κατέβηκε και περίμενε δίπλασε έναν πλανόδιο πωλητή χοτ ντογκ. Αυτή η στάση ήταν η χειρότερη, τολεωφορείο του αργούσε τόσο πολύ, που ορισμένες φορές κοκάλωνε απ’ τοκρύο. Μια φορά μάλιστα άργησε τόσο, ή για την ακρίβεια δεν ήρθε ποτέ,και έτσι αναγκάστηκε να περάσει στον απέναντι δρόμο και να περιμένει τοπρωινό δρομολόγιο. Ευτυχώς εκείνη τη βραδιά ήρθε γρήγορα.
2

Hδιαδρομή μέχρι και την Oλντ Κεντ Ρόουντ ήταν αφόρητη. Στριμωγμένοι όλοισαν σαρδέλες, «έπρεπε να το περιμένω» σκέφτηκε, «μόλις τελείωσε ηδιασκέδαση του Σαββατόβραδου». Όταν επιτέλους βρήκε μια θέση νακαθίσει, για να σκοτώσει το χρόνο μέχρι να φτάσει στο σπίτι, κοιτούσεέξω, τα μαγαζιά, τους ανθρώπους· μεθυσμένους και περιπολικά άρχισε ναβλέπει αφότου μπήκαν στην Oλντ Κεντ Ρόουντ, που ήταν πρώτη σ’ αυτά.«Ακόμη και στη Μονόπολη η Oλντ Κεντ Ρόουντ είναι πάμφθηνη»συλλογίστηκε.

Λίγοπροτού φτάσουν στη στάση του σουπερμάρκετ Τέσκο, ανάμεσα σε μιαπιτσαρία και σ’ ένα μανάβικο, διέκρινε μια πόρτα. Μια πόρτα. Έτσι απλά,μια συνηθισμένη πόρτα. Επικέντρωσε το βλέμμα του πάνω της. Άραγε ηπόρτα ανήκε στον ιδιοκτήτη της πιτσαρίας ή στο μανάβη; Μήπως σεκανέναν; Δεν έμοιαζε με πόρτα σπιτιού, ήταν άλλωστε πολύ μικρή ηαπόσταση των δύο μαγαζιών ώστε να χωράει ανάμεσα κάποιο σπίτι. Ακόμα κιαν υπέθετε κανείς ότι ο ιδιοκτήτης ήταν κάποιος που ζούσε με το κρατικόεπίδομα, ακόμα κι αν ήταν άστεγος που παραβίασε το χώρο εντός τηςπόρτας, και πάλι αυτός ο χώρος δεν θα έφτανε. Απέκλεισε, λοιπόν, τηνπερίπτωση να ήταν σπίτι.

Γράψτε το σχόλιό σας
Μόνο τα εγγεγραμμένα μέλη μπορούν να γράψουν σχόλια. Παρακαλώ κάντε κλικ εδώ για να εγγραφείτε.

Σχόλιο:  
Βαθμολογία: