1: ENGLAND
«ΠOIA EINAI H ΠPΩTH
ΣOY ANAMNHΣH;» θα ρωτούσε κάποιος.
Κι εκείνη θα απαντούσε, «Δεν θυμάμαι».
Oι περισσότεροι θεωρούσαν αυτή την απάντηση
ως αστείο, αν και κάποιοι υποπτεύονταν ότι ήταν εξυπνάδα. Πάντως εκείνη το
’λεγε και το πίστευε.
«Σε καταλαβαίνω απόλυτα», έλεγαν όσοι
συμμερίζονταν την άποψή της, έτοιμοι να εξηγήσουν και να απλοποιήσουν. «Πάντα
υπάρχει μια ανάμνηση πίσω απ’ την πρώτη ανάμνηση, που δεν σου ’ρχεται με
τίποτα».
Αλλά όχι: δεν εννοούσε ούτε αυτό. Η πρώτη
σου ανάμνηση δεν είναι σαν το πρώτο σου σουτιέν ή τον πρώτο σου φίλο, ή το
πρώτο σου φιλί, ή το πρώτο σου γαμήσι, ή τον πρώτο σου γάμο, ή το πρώτο σου
παιδί, ή το θάνατο του πρώτου σου γονιού, ή την πρώτη φορά που ξαφνικά
συνειδητοποιείς πόσο απελπιστικό είναι να είσαι άνθρωπος ― τίποτα τέτοιο. Δεν
είναι κάτι στέρεο και απτό, που ο χρόνος με τον αργοκίνητο, χιουμοριστικό του
τρόπο μπορεί να φορτώσει με φανταστικές λεπτομέρειες ―μια λεπτή σαν γάζα
στροβιλιζόμενη αχλή, ένα απειλητικό σύννεφο, ένα μικρό στέμμα―, αλλά δεν μπορεί
ποτέ να σβήσει. Η ανάμνηση εξ ορισμού δεν είναι πράγμα, είναι… ανάμνηση. Μια
ανάμνηση μιας ανάμνησης, λίγο πριν από μια ανάμνηση που προηγήθηκε μιας άλλης,
που χάθηκε στα βάθη του χρόνου. Έτσι όλοι θυμούνται με βεβαιότητα ένα πρόσωπο,
ένα γόνατο που τους χτύπησε, ένα ανοιξιάτικο λιβάδι, ένα σκύλο, μια γιαγιά, ένα
λούτρινο ζωάκι με αυτί διαλυμένο απ’ το πολύ μασούλημα· θυμούνται ένα
καροτσάκι, τι έβλεπαν απ’ το καροτσάκι, το πέσιμο απ’ το καροτσάκι και πώς
χτύπησαν το κεφάλι τους σε μια αναποδογυρισμένη γλάστρα στην οποία είχε
σκαρφαλώσει ο αδερφός τους για να δει το νεοφερμένο (αν και πολλά χρόνια
αργότερα θα άρχιζαν να αναρωτιούνται μήπως ο εν λόγω αδερφός τούς είχε βουτήξει
την ώρα που κοιμούνταν και τους είχε κοπανήσει το κεφάλι στη γλάστρα σε μια
πρωτόγονη στιγμή αδερφικής οργής…). Κι όλα αυτά τα θυμούνται με σιγουριά,
αδιαμφισβήτητα, αλλά είτε αφορούν διηγήσεις άλλων είτε μια τρυφερή φαντασίωση ή
την υπολογισμένη κατά κάποιον τρόπο απόπειρα να πιάσουν την καρδιά του ακροατή
στα δάχτυλα και να τη σφίξουν μέχρι το μελάνιασμα να φέρει τον έρωτα ― όποια
λοιπόν κι αν ήταν η πηγή, όποιος κι αν ήταν ο σκοπός, εκείνη δυσπιστούσε. Η
Μάρθα Κοχρέιν θα ζούσε πολύ καιρό, και όλα αυτά τα χρόνια δεν θα της τύχαινε
ποτέ να συναντήσει μια πρώτη ανάμνηση που να μην ήταν κατά τη γνώμη της ψέμα.
Έτσι, έπιασε κι αυτή να λέει ψέματα.
Η πρώτη της ανάμνηση, έλεγε, ήταν ότι
καθόταν στο πάτωμα της κουζίνας που ήταν καλυμμένο με ψάθινο χαλί
αραιοπλεγμένο, απ’ αυτά με τις τρύπες, τρύπες στις οποίες μπορούσε να χώνει ένα
κουτάλι και να τις κάνει μεγαλύτερες, εισπράττοντας μια ξυλιά γι’ αυτή της την
πράξη ―νιώθοντας ασφαλής επειδή η μητέρα της τραγουδούσε μόνη της κάπου εκεί
γύρω― πάντα τραγουδούσε παλιά τραγούδια όταν μαγείρευε, όχι αυτά που της άρεσε
γενικά να ακούει ―κι ακόμα και σήμερα όποτε η Μάρθα άνοιγε το ραδιόφωνο κι
άκουγε κάτι σαν το «You ’re the Top» ή το «We’ll All Gather at the River» ή το
«Night and Day», ξαφνικά της ερχόταν η μυρωδιά σούπας ή τηγανητών κρεμμυδιών,
δεν είναι πολύ περίεργο; ― α, ναι, και το «Love Is the Strangest Thing», που
πάντα σήμαινε το κόψιμο και στύψιμο ενός πορτοκαλιού· και, μπροστά της,
πάνω στο χαλί, ήταν το παζλ με τις Κομητείες της Αγγλίας, και η μαμά είχε
αποφασίσει να τη βοηθήσει, συμπληρώνοντας όλα τα γύρω γύρω και τη θάλασσα, κι
έτσι είχε μπροστά της το περίγραμμα της χώρας, αυτό το κομμάτι ψάθας με το
περίεργο σχήμα, λίγο σαν χοντρή γριά που κάθεται στην παραλία με τεντωμένα
πόδια, όπου τα πόδια ήταν η Κορνουάλη, αν και βέβαια τότε δεν το είχε σκεφτεί,
ούτε καν ήξερε τη λέξη Κορνουάλη ή τι χρώμα είχε το κομμάτι αυτό, και ξέρετε
πώς κάνουν τα παιδιά με τα παζλ, σηκώνουν ένα κομμάτι στην τύχη και προσπαθούν
να το χώσουν στην τρύπα, έτσι πιθανότατα και η Μάρθα σήκωσε το Λανκασάιρ και
του έδωσε τη θέση της Κορνουάλης.
Nαι, αυτή ήταν η πρώτη της ανάμνηση, το
πρώτο της επιδέξια, αθώα, κατασκευασμένο ψέμα. Και συχνά συναντούσε κάποιον που
είχε το ίδιο παζλ μικρός, κι ακολουθούσε ένα παιχνίδι τρυφερών διαξιφισμών,
σχετικά με το πιο κομμάτι έκαναν πρώτα ―συνήθως της Κορνουάλης, αλλά καμιά φορά
και του Χάμσαϊρ, γιατί το Χάμσαϊρ είχε τη Nήσο Γουάιτ δίπλα και εξείχε μες στη
θάλασσα κι έτσι έβρισκες εύκολα σε ποια τρύπα έμπαινε, και μετά την Κορνουάλη ή
το Χάμσαϊρ μπορεί να ήταν η East Anglia, γιατί το Nόρφολκ και το Σάφολκ
κάθονταν το ένα πάνω στο άλλο σαν αδερφάκια, ή αγκαλιασμένα σαν σύζυγοι, σφιχτά
ζευγαρωμένοι, ή αποτελούσαν τα δύο μισά ενός καρυδιού. Σειρά είχε το Κεντ που
είχε στραμμένο προειδοποιητικά το δείκτη ή τη μύτη του προς την Ηπειρωτική
Ευρώπη ― το νου σας, ξένοι· το Oξφορντσάιρ τα είχε κάνει πλακάκια με το
Μπακιγχαμσάιρ, ισοπεδώνοντας το Μπέρκσαϊρ· το Nοτιγχαμσάιρ και το
Nτερμπισάιρ σαν παραταγμένα καρότα ή κουκουνάρια· η απαλή καμπύλη του
Κάρντιγκαν που θυμίζει θαλάσσιο ελέφαντα. Θυμόνταν ότι οι περισσότερες απ’ τις
μεγάλες, ευκρινείς κομητείες ήταν γύρω γύρω, κι όταν τις τοποθετούσες άφηναν
στη μέση, ένα άχαρο μπέρδεμα μικρότερων κομητειών με περίεργο σχήμα, και ήταν
αδύνατο να θυμηθείς πού πήγαινε το Σταφορντσάιρ. Και στη συνέχεια προσπαθούσαν
να θυμηθούν τα χρώματα των κομματιών του παζλ, που τότε έμοιαζαν να έχουν τόση
σημασία, ενώ τώρα, ύστερα από τόσα χρόνια, λες να ήταν μοβ η Κορνουάλη και
κίτρινο το Γιόρκσαϊρ και καφέ το Nοτιγχαμσάιρ, ή μήπως κίτρινο ήταν το Nόρφολκ
― ή ίσως το αδερφάκι του, το Σάφολκ; Αυτές οι αναμνήσεις, ακόμα και λανθασμένες,
ήταν λιγότερο αναληθείς.
Όμως τούτη εδώ, σκεφτόταν η Μάρθα, μπορεί
και να ’ναι μια αληθινή, ανεπεξέργαστη ανάμνηση: είχε προχωρήσει απ’ το πάτωμα
στο τραπέζι της κουζίνας, και τα δάχτυλά της έπαιζαν πλέον πιο γρήγορα με τις
κομητείες, πιο νοικοκυρεμένα και πιο έντιμα ―δεν προσπαθούσαν να βάλουν το
Σόμερσετ στη θέση του Κεντ― και συνήθως προχωρούσε παραλιακά ―Κορνουάλη,
Nτέβον, Σόμερσετ, Μονμάουθσαϊρ, Γκλαμόργκαν, Κάρμαρθεν, Πεμπροκσάιρ (διότι η
Αγγλία περιλάμβανε την Oυαλία, αυτή ήταν η κοιλιά της χοντρής γριάς)―
επιστρέφοντας στο Nτέβον για να συμπληρώσει και τα υπόλοιπα, αφήνοντας τα
«δύσκολα» Μίντλαντς1
για το τέλος, και πάντα έφτανε στο τέλος για ν’ ανακαλύψει ότι έλειπε ένα
κομμάτι. Λεστερσάιρ, Nτερμπισάιρ, Nοτιγχαμσάιρ, Γουοργουικσάιρ, Σταφορντσάιρ ―
συνήθως ένα απ’ αυτά. Tότε την κατέκλυζε μια αίσθηση εγκατάλειψης, αποτυχίας
και απογοήτευσης για την ατέλεια του κόσμου, ώσπου ο μπαμπάς της, που πάντα
έμοιαζε να τριγυρνάει κάπου εκεί γύρω την ώρα εκείνη, έβρισκε το κομμάτι στα
πιο απίθανα μέρη. Τι δουλειά είχε το Σταφορντσάιρ στην τσέπη του παντελονιού
του; Πώς βρέθηκε εκεί; Μήπως η Μάρθα το είχε δει να κάνει σάλτο; Μήπως νόμιζε
ότι το είχε βάλει εκεί η γάτα; Κι εκείνη χαμογελώντας έλεγε όχι και κουνούσε το
κεφάλι της, γιατί το Σταφορντσάιρ είχε βρεθεί, και το παζλ της, η Αγγλία της
και η καρδιά της είχαν έρθει στη θέση τους.