
|
ΤΟ ΑΓΝΩΣΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΩΝ ΑΔΕΛΦΩΝ ΓΚΡΙΜ
Το ξαναγράφουν στα ελληνικά 11 συγγραφείς και το εικονογραφούν 11 διαφορετικοί ζωγράφοι-εικονογράφοι.
 To 2012 είναι έτος αφιερωμένο στους διάσημους παραμυθάδες Γιάκομπ και Βίλχελμ Γκριμ, καθώς φέτος συμπληρώνονται 200 χρόνια από το 1812, όταν κυκλοφόρησε ο πρώτος τόμος τους με παιδικά παραμύθια. Με αφετηρία τον Φεβρουάριο του 2012 και τέρμα τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου, 11 συγγραφείς και ισάριθμοι εικονογράφοι δίνουν τη σκυτάλη ο ένας στον άλλο συνεχίζοντας το παραμύθι από μήνα σε μήνα. Κάθε μήνα το κείμενο με την εικονογράφηση θα δημοσιεύεται στο περιοδικό THE BOOKS’ JOURNAL και στο site των εκδόσεων ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ www.metaixmio.gr. Οι συγγραφείς με τη σειρά που γράφουν είναι: Νίκος Παναγιωτόπουλος, Μαρία Αγγελίδου, Χίλντα Παπαδημητρίου, Σάκης Σερέφας, Χρήστος Αγγελάκος, Τατιάνα Αβέρωφ, Χρήστος Οικονόμου, Σοφία Νικολαΐδου, Κώστας Ακρίβος, Μιχάλης Μοδινός, Λένα Κιτσοπούλου.
Οι εικονογράφοι με τη σειρά που εικονογραφούν είναι: Μυρτώ Δεληβοριά, Πέτρος Μπουλούμπασης, Σοφία Τουλιάτου, Ίρις Σαμαρτζή, Κατερίνα Βερούτσου, Γιώργος Δημητρίου, Μαρία Πεπονά, Ελίζα Βαβούρη, Εύη Τσακνιά, Ντανιέλα Σταματιάδη, Βασίλης Παπαγεωργίου. Αν οι δύο αιώνες εκδόσεων κι επανεκδόσεων των πιο διάσημων παραμυθιών του κόσμου, της συλλογής των Γκριμ, έχουν καταφέρει να δώσουν στις λαϊκές αυτές αφηγήσεις την πατίνα του χρόνου και της φιλολογικής επιμέλειας, από τη δεύτερη κιόλας ή την τρίτη έστω φορά που τυπώθηκαν και κυκλοφόρησαν, η αλήθεια είναι πως οι προφορικές εκδοχές τους χαρακτηρίζονταν από μιαν ορμή ασυνήθιστη, από ερωτισμό και αγριότητα που στην εποχή μας δεν θα έπαιρναν εύκολα την έγκριση του politically correct παιδικού βιβλίου. Μια Κοκκινοσκουφίτσα που ξαπλώνει στο κρεβάτι με τον Λύκο, αφού πρώτα έχει γευτεί το κρέας και το αίμα της ίδιας της γιαγιάς της (!!!) είναι μια εικόνα που σήμερα ελάχιστοι φέρνουν στο μυαλό τους, όταν ακούνε τον τίτλο του πασίγνωστου παραμυθιού. Αλλά η αλήθεια είναι πως οι Αδελφοί Γκριμ, φιλόλογοι και θεματοφύλακες της νέας και προοδευτικής για την εποχή ηθικής της ανερχόμενης αστικής τάξης, λογόκριναν και επιμελήθηκαν όλα σχεδόν τα παραμύθια της συλλογής τους, ξανά και ξανά, επιλέγοντας συχνά την πιο ανώδυνη από τις παραλλαγές, που είχαν συγκεντρώσει, αφαιρώντας τα επίμαχα ή προκλητικά στοιχεία, λειαίνοντας τις επικίνδυνες αιχμές, απαλείφοντας ό,τι θα μπορούσε να ταράξει τις ισορροπίες μέσα στην οικογένεια και στην κοινωνία του 19ου αιώνα. Αν ρίχναμε μια ματιά στις πρώτες καταγραφές μερικών γνωστών παραμυθιών, δεν θα τ’ αναγνωρίζαμε. Γιατί στο μεταξύ έχουν προσθέσει τα φίλτρα τους και πολλοί άλλοι: ακόμα και ο μεγάλος, ο πολύς Γουώλτ Ντίσνεϋ, που σφράγισε πολλά απ’ αυτά με τρόπο ανεξίτηλο. Φέτος, το 2012, η χρονιά είναι αφιερωμένη στους Γκριμ. Και ποιος καλύτερος τρόπος να τους θυμηθούμε και να τους γιορτάσουμε, απ’ αυτόν ακριβώς: να χωθούμε μαζί τους μέσα στη θάλασσα των προφορικών παραμυθιών, των τρομακτικών κι αναπάντεχων ιστοριών, των πολύπαθων ηρώων που περνούν τη μια δοκιμασία μετά την άλλη. Και να ακούσουμε ένα από τα άγνωστα παραμύθια τους, που δεν είχε την τύχη να τραβήξει τους εκδότες και να φτάσει στα βιβλιοπωλεία. Οι εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ και το περιοδικό THE BOOKS’ JOURNAL σας προσφέρουν φέτος ένα δώρο παραμυθένιο και αναπάντεχο: ένα άγνωστο παραμύθι των Αδελφών Γκριμ, ένα παραμύθι που οι ρίζες του φτάνουν στο βαθύ παρελθόν των παραμυθιών, αλλά τα κλαδιά και τα φύλλα του πρασινίζουν εδώ και τώρα, δίπλα μας. Κι αν οι ήρωες πρωτοείπαν τα λόγια τους πριν από αιώνες, για την καταγραφή της ιστορίας έχουμε να ευχαριστήσουμε μερικούς από τους καλύτερους συγγραφείς που ζουν εδώ, μαζί μας, και μιλούν τη γλώσσα μας. Όσο για τις εικόνες, εδώ έχουν βάλει το χεράκι τους κάποιοι που ζωγραφίζουν θαύματα. Κάθε μήνα με το περιοδικό THE BOOKS’ JOURNAL και στο site www.metaixmio.gr! ΚΑΛΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ!
ΤΟ ΚΟΡΑΚΙ από τον Νίκο Παναγιωτόπουλο εικονογράφηση: Μυρτώ Δεληβοριά
Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν μια τσιγγάνα από εκείνες που δεν έχουν όνομα ούτε και ηλικία. Μια τσιγγάνα χοντρή και ευκίνητη σαν αρκούδα, με το μούτρο της χαρακωμένο από βαθιές ρυτίδες και τα κατάμαυρα ζωηρά της μάτια –που είχαν δει, εννοείται, πολλά– ίσα να φαίνονται, δυο παιχνιδιάρικα ζωάκια που εκτελούσαν με άψογο συγχρονισμό την ατέρμονη χορογραφία τους πίσω από δυο λεπτές σχισμές που θύμιζαν πολυβολείο. Την τσιγγάνα αυτή τη συναντούσες στην άκρη της λαϊκής αγοράς, πέρα από τους πάγκους με τις κιλότες και τις κάλτσες, πέρα ακόμα κι από τα φορτηγάκια με τα φτηνά χαλιά, πέρα κι από τους πάγκους με τα φτηνά κρύσταλλα και τις πορσελάνες. Καθόταν σ’ ένα πλαστικό τελάρο με την πραμάτια της αραδιασμένη σ’ ένα καραβόπανο. Οι νοικοκυρές, αγκομαχώντας φορτωμένες φρούτα και λαχανικά, σπανίως στέκονταν μπροστά στην αλλόκοτη συλλογή της. Μονάχα οι χασομέρηδες έριχναν καμιά ματιά, κι αυτό πιο πολύ από έκπληξη παρά από αγοραστικό ενδιαφέρον – οι χασομέρηδες και όσοι δείχνουν κάποια αγάπη για τις παραξενιές του κόσμου ετούτου. Τόσο οι πρώτοι όσο και οι δεύτεροι δεν παρέλειπαν να χαζέψουν και την ίδια την τσιγγάνα, αφού η εμφάνισή της ήταν εξίσου αλλόκοτη –άλλοι θα έλεγαν ταιριαστή– με την πραμάτια της: τα κυάλια με τους χαραγμένους φακούς, τα μονά μανικετόκουμπα, τα στομωμένα μαχαίρια, τα οξειδωμένα κουταλάκια του γλυκού, τις βίδες με τις φαγωμένες βόλτες, τα στραβωμένα κατσαβίδια, τα άλαλα μουσικά κουτιά, ένα τους μάλιστα με μια κουτσή μπαλαρίνα, με λερή δαντελένια φούστα... Συνήθως καθόταν αμίλητη και φουμάριζε το ένα τσιγαράκι πίσω από το άλλο, κι όταν δεν κάπνιζε έπαιζε με το κομπολόι της, και καμιά φορά, έτσι όπως χάζευε τους περαστικούς ή όσους στέκονταν και τη χάζευαν κι εκείνοι, ξεσπούσε σε ασυγκράτητα γέλια, έτσι, χωρίς λόγο και αιτία, λες και το μόνο που ήθελε ήταν να μοστράρει τα ολόχρυσα δόντια της... Το γέλιο της, που ελάχιστα διέφερε από μια ξεγυρισμένη κρίση τσιγαρόβηχα, σε έκανε να αισθανθείς άβολα το δίχως άλλο. Και τότε οι περαστικοί έβιαζαν το βήμα και οι χασομέρηδες θυμούνταν ξαφνικά κάτι που είχαν να κάνουν και μόνον όσοι δείχνουν κάποια αγάπη για τις παραξενιές του κόσμου ετούτου συνέχιζαν να την κοιτούν –με ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον– καθώς έσκυβε στο πλάι και κάτι ψιθύριζε σ’ ένα κατάμαυρο πουλί, τον μόνιμο σύντροφό της στις ατέλειωτες εκείνες ώρες της αναμονής υποψήφιου αγοραστή, φυλακισμένο σ’ ένα πλαστικό τελάρο, σαν κι εκείνο που πάνω του καθόταν η τσιγγάνα, μονάχα που η ανοιχτή του πλευρά ήταν κλεισμένη με κοτετσόσυρμα. Θες επειδή το πουλί ήταν ζωντανό, θες επειδή η τσιγγάνα το ’χε πλάι της κι όχι στο καραβόπανο, θες επειδή του μιλούσε πότε πότε, κι ας μην είχε ακούσει ποτέ κανείς τι του ’λεγε, κανένας δεν είχε φανταστεί ότι το ’χε για πούλημα, όπως τα κιάλια και τις βίδες και τα μαχαίρια, τα μανικετόκουμπα και τα κουταλάκια και τα άλαλα μουσικά κουτιά... Ώσπου μια μέρα ήρθε και στάθηκε μπροστά στο καραβόπανο μια νέα κοπέλα. Δεν έμοιαζε με νοικοκυρά που είχε παιδιά να ταΐσει, και παρόλο που δεν βιαζόταν δεν φαινόταν και να χασομεράει. Έμοιαζε πιο πολύ μ’ εκείνους που αγαπούν τις παραξενιές του κόσμου ετούτου, αλλά, και πάλι, δεν έδωσε την παραμικρή σημασία στον θησαυρό του καραβόπανου. Είχε σταθεί και κοιτούσε το μαύρο πουλί με το ξανθό της κεφάλι γερμένο στο πλάι και τα τεράστια καστανά της μάτια ακίνητα κι ορθάνοιχτα, λες και φοβόταν πως αν τ’ ανοιγόκλεινε μπορεί να έχανε καμιά συναρπαστική εξέλιξη. Μετά από κάμποση ώρα είδε την τσιγγάνα να γέρνει στο πλάι, είδε το μπαούλο με τον θησαυρό –δηλαδή το στόμα της– ν’ ανοίγει κι άκουσε το γέλιο-τσιγαρόβηχα να ξεσπάει σαν κεραυνός εν αιθρία. Περίμενε υπομονετικά, κι όταν πια είδε την τσιγγάνα να σκουπίζει τα δάκρυα που της είχε φέρει το γέλιο από τα μάτια της, τη ρώτησε: - Τι σου είπε; Τα μάτια της τσιγγάνας άφησαν την περίτεχνη πιρουέτα τους στη μέση, και πίσω απ’ τις σχισμές που μίκρυναν κι άλλο, μέτρησαν την κοπέλα καλά καλά. - Πού το κατάλαβες ότι μου μίλησε; ρώτησε η τσιγγάνα. - Σ’ έχω ξαναδεί εδώ, είπε η κοπέλα. Κάθε τόσο κάτι σου λέει που σε κάνει και λύνεσαι στα γέλια... Πόσο το πουλάς; Η τσιγγάνα έσμιξε τα παχιά της φρύδια και τα μάτια της χάθηκαν εντελώς, λες και μετρούσε νοερά πόσα μπορούσε να ζητήσει. Ένα τσιγάρο εμφανίστηκε ως διά μαγείας στα χείλη της και πυκνές μπούκλες καπνού έκρυψαν το πρόσωπό της. Πίσω απ’ το αυτοσχέδιο προπέτασμα ακούστηκε σοβαρή η φωνή της. - Όσα εμένα μου φαίνονται αστεία άλλους μπορεί να τους πλήγωναν βαθιά... Δεν μ’ αρέσουν τα παχιά λόγια, αλλά, πίστεψέ με, κάποιους μπορεί και να τους σκότωναν. -Λόγια που σκοτώνουν! είπε η κοπέλα, γλείφοντας τα χείλια της. Θα ήταν ενδιαφέρον αν δεν το έκανες για ν’ ανεβάσεις την τιμή... Η τσιγγάνα τίναξε νευρικά τη στάχτη απ’ το τσιγάρο της και κοιτάζοντας κυριολεκτικά με μισό μάτι τη λυγερή, απέναντί της, χαμογέλασε. - Πόσο ξεχωριστό πια μπορεί να είναι αυτό που λέει το πουλί σου; επέμεινε αυθάδικα η κοπέλα. Η τσιγγάνα κροτάλισε τις χάντρες του κομπολογιού στη χούφτα της. -Αυτό το πουλί δεν λέει τίποτε ξεχωριστό. Λέει αυτά που όλοι ξέρουν πως ισχύουν μα που κανείς δεν τολμάει να τα παραδεχτεί... Η κοπέλα χαμογέλασε δύσπιστα. -Κι αν δεν με πιστεύεις, σ’ το χαρίζω, της έδωσε τη χαριστική βολή η τσιγγάνα, σπεύδοντας να εξηγήσει πως με το «χάρισμα» εννοούσε ένα γενναίο ποσό, που όμως ήταν δυσανάλογα μικρό σε σχέση, τάχα, με την αληθινή αξία του πουλιού. Το ίδιο εκείνο απόγευμα η κοπέλα επέστρεψε στο σπίτι της με το κοράκι της τσιγγάνας κι ένα ευρύχωρο κλουβί από σφιχτοπλεγμένο σύρμα, ένα κλουβί αντάξιο πουλιού που έβλεπε την αλήθεια που κανείς δεν ήθελε να παραδεχτεί. Την ώρα που το τοποθετούσε στην καρυδένια σερβάντα της γιαγιάς της, δίπλα στο πιο φωτεινό παράθυρο του σπιτιού, και γέμιζε την ποτίστρα του νερό, σκεφτόταν πως η τσιγγάνα την είχε πιθανότατα κοροϊδέψει, αλλά χαλάλι της... Κι ενώ το σκεφτόταν αυτό, άκουσε μια βαθιά αντρική φωνή να της λέει... -Δεν το πιστεύεις, αλλά κατά βάθος εύχεσαι να είναι αλήθεια... Αυτό μονάχα είπε η φωνή, που κάτι της θύμιζε, αλλά η έκπληξή της ήταν τέτοια που δεν της επέτρεψε να σκεφτεί τι ή ποιον. Το κοράκι ταλαντευόταν ήσυχο ήσυχο στην αιώρα του και την κοιτούσε ανέκφραστο. Δεν είχε ανοίξει καν το στόμα του –όσο γι’ αυτό η κοπέλα ήταν απολύτως σίγουρη. Έπιασε να αναρωτιέται αν η φωνή θα μπορούσε να είναι προϊόν της φαντασίας της, αφού αυτό της φαινόταν πιο λογικό από το να μιλάει ένα πουλί. Κλωθογύρισε τη σκέψη στο μυαλό της για κάμποση ώρα, κι ήταν σαν να προκαλούσε το κοράκι να αντιδράσει, να τη διαψεύσει, μέχρι που συνειδητοποίησε πως αυτό σήμαινε ότι έδινε κατά κάποιον τρόπο δίκιο στη φωνή. Κι αυτό την ενόχλησε τόσο που παράτησε το κλουβί και τον καινούργιο της συγκάτοικο κι επέστρεψε στην έρημη ζωή της, λες κι είχε λείψει για χρόνια κι έπρεπε τώρα να βάλει τα δυνατά της για να καλύψει το κενό... Πέρασαν μέρες και βδομάδες χωρίς να ξανακούσει τη φωνή. Είχε πειστεί πως η αρχική της εκτίμηση ήταν κι η σωστή – η τσιγγάνα την είχε κοροϊδέψει, αλλά χαλάλι της. Το κοράκι εξακολουθούσε να την κοιτάζει ανέκφραστο απ’ την αιώρα του και δεν αντιδρούσε ό,τι κι αν του ’λεγε. Μια στο τόσο δοκίμαζε να το προκαλέσει, πότε λέγοντάς του κάτι που ήταν προφανώς αληθινό και πότε κάτι που ήταν εντελώς ανήκουστο. Το μόνο που εισέπραττε ήταν απόλυτη σιωπή. Ώσπου μια μέρα, την ώρα που έκοβε μια σελίδα απ’ την εφημερίδα για να τη στρώσει στον πάτο του κλουβιού, είδε τη φωτογραφία κάποιου που χαμογελούσε με σιγουριά στον φακό κι ένιωσε τα σωθικά της να χορεύουν τσάρλεστον. Έπιασε τον εαυτό της να στρέφεται και να κοιτάζει το κοράκι λες κι ήθελε να σιγουρευτεί πως δεν είχε πάρει χαμπάρι το παραμικρό... Κρύβοντας το τρέμουλο των χεριών της, άνοιξε όπως όπως την πόρτα του κλουβιού, τάχα ότι συνέχιζε τη δουλειά που είχε ξεκινήσει. Και τότε άκουσε την ίδια βαθιά φωνή να της λέει... -Δεν είναι τα δικά μου λόγια που περιμένεις για να συνεχίσεις τη ζωή σου... Όσο κι αν δεν ήθελε να το παραδεχτεί, ετούτη τη φορά ήταν υποχρεωμένη να αναγνωρίσει τη φωνή που της μιλούσε... -Το να κρέμεσαι απ’ τα λόγια κάποιου, συνέχισε η φωνή, είναι εξίσου τραγικό με το να περιμένεις από ένα μαύρο πουλί να γεμίσει τη μαύρη τρύπα της ζωής σου... Η πρώτη της αντίδραση ήταν ν’ αναζητήσει την τσιγγάνα στη λαϊκή. Για να της επιστρέψει το πουλί, άραγε; Για να ζητήσει εξηγήσεις; Ούτε κι η ίδια μπορούσε να πει με σιγουριά. Η τσιγγάνα όμως ήταν άφαντη. Εκείνος που πουλούσε τα φτηνά χαλιά τη διαβεβαίωσε πως είχε κάμποσες βδομάδες να φανεί. Εκείνος που πουλούσε τα φτηνά κρύσταλλα προφήτεψε –χαμογελώντας με νόημα– πως μάλλον δεν θα την ξανάβλεπαν στο πόστο της... Η κοπέλα επέστρεψε στο σπίτι της έχοντας πάρει την απόφασή της. Άνοιξε τα παράθυρα για ν’ αερίσει λίγο, κι έπειτα πήρε και συμπλήρωσε νερό στη μισογεμάτη ποτίστρα του κλουβιού και, κοιτώντας περιπαιχτικά το ανέκφραστο κοράκι με τα μεγάλα καστανά της μάτια, έδωσε μια μικρή σκανταλιάρικη σκουντιά στον πίρο που ασφάλιζε την πόρτα του κλουβιού, κι επέστρεψε στη ζωή της, γιατί είχε λείψει για καιρό κι έπρεπε να βάλει τα δυνατά της αν ήθελε να καλύψει το κενό... Η συνέχεια τον Μάρτιο με τους Μαρία Αγγελίδου και Πέτρο Μπουλούμπαση…
Επιστροφή
|